Του Ευάγγελου Μαυρουδή (Ιατρού, Συγγραφέα)

Μάχη με μορφή εθνικών εκλογών δόθηκε πριν περίπου σαράντα χρόνια, στις πρώτες αρχαιρεσίες του Εξωραϊστικού Συλλόγου του Νέου Βουτζά. Εκατοντάδες μέλη είχαν γραφτεί τη μέρα εκείνη, κατακλύζοντας τα γραφεία στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης, στην πρώτη είσοδο του οικισμού, εντυπωσιάζοντας τους λιγοστούς πρώτους κατοίκους που είχαν αποφασίσει να μείνουν μόνιμα στην περιοχή, καθώς οι περισσότεροι από τα νέα μέλη ήταν υπερήλικες, ενώ κάποιοι μεταφέρονταν σε αναπηρικά καροτσάκια.

Αιτία για την πρωτοφανή κινητοποίηση (η κόντρα αφορούσε τη διεκδίκηση της διοίκησης του συλλόγου από τον πιο δραστήριο και δυναμικό οικιστή, πρωτεργάτη της ίδρυσής του) ήταν η μοιραία, όπως αποδείχτηκε, πρόταση του ιδιαίτερα αγαπητού, ως τότε, αυτού ανθρώπου να αλλάξει το όνομα του οικισμού. «Ας βρούμε κάτι περισσότερο εύηχο», είχε γράψει στη μικρή εφημερίδα που εκτύπωνε με δικά του έξοδα.

Γήπεδο Πανιωνίου, Μπουτζάς, 1921

Αγνοούσε (όπως σήμερα κάποιοι που τον λένε Βουτσά, παρηχώντας το όνομα του μεγάλου μας κωμικού) την ιστορία του οικισμού που παραμένει διχασμένος, όχι βέβαια πολιτικά αλλά διοικητικά, ανήκοντας σε δύο διαφορετικούς δήμους: της Ραφήνας και του Μαραθώνα. Η καταστροφική πυρκαγιά του Ιουλίου 2018 έκανε διάσημο τον Νέο Βουτζά, πληγώνοντας, όμως, την ομορφιά του.

Η ίδρυση

Ο οικισμός ιδρύθηκε το 1952 από μια παρέα προσφύγων που είχαν γεννηθεί στον Μπουτζά της Σμύρνης και ζούσαν σε διάφορα προάστια των Αθηνών. Οι ιδρυτές συναντιόνταν σε ένα προσφυγικό καφενείο κάτω από τον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηρόδρομου στα Πευκάκια της Νέας Ιωνίας. Έχοντας ανάμεσά τους και τον καφετζή, δημιούργησαν έναν οικοδομικό συνεταιρισμό που αγόρασε την περιοχή από τη Μονή Πεντέλης, προπωλώντας τα οικόπεδα στα μέλη του.

Ανάθεσαν, αμέσως, σε μεγάλο γραφείο τη δημιουργία πολεοδομικού σχεδίου, βάσει του οποίου δημιούργησαν πλατείες, δρόμους κι άλλους κοινόχρηστους χώρους, μοιράζοντας την έκταση σε μεγάλα στρεμματικά οικόπεδα, τα οποία κληρώθηκαν ανάλογα με τον αριθμό των στρεμμάτων που είχε προαγοράσει κάθε μέλος.

Παρότι οι πρώτοι συνεταιριστές ήταν απλοί άνθρωποι, η αστική τους προέλευση και οι εμπειρίες, αλλά και οι περισσότερο αναπτυξιακές μεταπολεμικές συνθήκες, ευνόησαν την τήρηση των υποσχέσεων και την αρκετά πιστή εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδίου του. Έτσι, δημιουργήθηκε ο οικισμός που βλέπουμε σήμερα και εντάχθηκε σχετικά νωρίς στο Σχέδιο Πόλης, περίπου δεκαπέντε χρόνια μετά τα εγκαίνια του 1955.

Ο Μπουτζάς της Σμύρνης

Ο Μπουτζάς, από τον οποίο είχαν έρθει το 1922 οι πρόσφυγες-ιδρυτές του Νέου Βουτζά, ήταν ένα προάστιο περίπου 10-12.000 κατοίκων, στην πλειοψηφία τους χριστιανοί ορθόδοξοι με ελληνική εθνική συνείδηση. Απείχε από τη Σμύρνη όσο απέχει σήμερα η Ραφήνα από τον Νέο Βουτζά. Η θέση του, μάλιστα, είναι κατοπτρική εκείνης του Νέου Βουτζά, που βρίσκεται βορειοδυτικά της Ραφήνας: ο Μπουτζάς βρίσκεται νοτιοανατολικά της Σμύρνης έχοντας το ίδιο υψόμετρο με τον Ν. Βουτζά.

Δεν είναι γνωστό από πού προέρχεται το όνομα Μπουτζάς. Η πιο αποδεκτή ετυμολογική ερμηνεία το συνδέει με το τοπωνύμιο Μπουτζάκ που, με διάφορες παραφθορές, συναντάται σε κάποιες γραπτές πηγές από τον 17ο αιώνα. Στα τουρκικά σημαίνει γωνιά ή κόγχη. Η Κόγχη αναφέρεται ως τοπωνύμιο σε βυζαντινά κείμενα του 13ου αιώνα. Καθώς η περιοχή ήταν ανηφορική, χωριζόταν σε δύο μεγάλες γειτονιές – μαχαλάδες, τον κάτω και τον πάνω, που ενώνονταν με έναν πλατύ και μεγάλο δρόμο, το Φαρδύ Σοκάκι.

Ο Απάνω Μαχαλάς ήταν ο πρώτος οικιστικός πυρήνας του Μπουτζά, όπως αναφέρεται σε διπλωματικά έγγραφα του γαλλικού προξενείου της Σμύρνης από το 1688. Ήταν η περιοχή γύρω από την εκκλησία του Αγίου Γιάννη του Φανιστή και τα Τσερκέζικα.

Μπουτζάς, το Φαρδύ Σοκάκι

Έναν αιώνα μετά, με την εισροή Ελλήνων εποίκων από την Πελοπόννησο και από τα νησιά, σχηματίστηκε και ο Κάτω Μαχαλάς, τα Χιώτικα, ο Παράδεισος, το σχετικά απομακρυσμένο Ποντικοχώρι και ο σχετικά μικρός Τουρκομαχαλάς. Ήδη από τον 17ο αιώνα χρησιμοποιούσαν τον Μπουτζά οι Λεβαντίνοι της Σμύρνης για παραθερισμό, λόγω του υγιεινού του κλίματος.

Εγγλέζοι έμποροι, αλλά και πολλοί εξέχοντες Έλληνες από τις σπουδαιότερες οικογένειες της Σμύρνης άρχισαν να χτίζουν εξοχικές ή μόνιμες κατοικίες από τον 18ο αιώνα. Σταδιακά, χτίστηκαν εκατοντάδες επαύλεις οι οποίες, γύρω στα 1900, έδιναν στον Μπουτζά εικόνα ευρωπαϊκής κωμόπολης, παρά την κυρίως αγροτική ενασχόληση των κατοίκων του.

Κάποιες από τις επαύλεις αυτές ήταν ιδιαίτερα πολυτελείς με εντυπωσιακούς κήπους, σιντριβάνια και αγάλματα. Σε μια από αυτές φιλοξενήθηκε ο λόρδος Βύρων το 1810, ο βασιλιάς Όθων το 1833 και η τέως βασίλισσα της Γαλλίας, Ευγενία, το 1907.

Η σπουδαιότερη βίλα ήταν εκείνη που είχε κτίσει ο πάμπλουτος Δημοσθένης Μπαλτατζής, την οποία αγόρασε ο Αρμένιος Σπάρταλης ή Σπαρταλιάν. Στην έπαυλη αυτή φιλοξενήθηκε ο Οθωμανός σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ το 1863, ενώ το 1919 αγοράστηκε από την Εθνική Τράπεζα και από μια επιτροπή πλούσιων Σμυρναίων για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης. Ο Στεργιάδης την παρέλαβε, αλλά δεν έμεινε ποτέ εκεί. Στέγασε το ορφανοτροφείο, το οποίο ίδρυσε και λίγο πριν την Καταστροφή το παρέδωσε στους Αμερικάνους, ώστε να σωθούν τα παιδιά.

Μπουτζάς, έπαυλη Ρις

Το τοπίο

Χαμηλά, ανάμεσα στον Μπουτζά και τη Σμύρνη, κυλούσε (και κυλά, λιγότερο μεγαλοπρεπής όμως) ο περίφημος Μέλης, ο ποταμός που περιγράφει ο Όμηρος, σχηματίζοντας την κοιλάδα της Αγίας Άννης. Αριστερά, βλέποντας προς τη Σμύρνη, φαίνονται ακόμη οι Καμάρες, το πετρόκτιστο υδραγωγείο, απ’ όπου μεταφερόταν νερό στη μεγάλη πόλη.

Από το 1872 ο Μπουτζάς συνδέθηκε σιδηροδρομικά με τη Σμύρνη από τον Σταθμό Αϊδινίου που βρισκόταν στην Πούντα. Υπήρχε και ενδιάμεσος σταθμός στον Παράδεισο, στην αρχή του Μπουτζά, με αποτέλεσμα η συνοικία αυτή να εξελιχθεί δυναμικά. Στον Παράδεισο χτίστηκαν καινούργιες βίλες, το νέο στάδιο του Πανιωνίου το 1904, ο ιππόδρομος της Σμύρνης, το περίφημο Κόρσο, και το αμερικανικό κολέγιο Μακ Λάχλαν.

Στον σιδηρόδρομο υπήρχαν ξεχωριστές θέσεις, με βελούδινες πολυθρόνες η πρώτη, με απλές καρέκλες η δεύτερη. Ο απλός κόσμος, πάντως, πηγαινοερχόταν με τα πόδια στη Σμύρνη, γι’ αυτό και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πεταμένα χαλβαδόχαρτα από τα γλυκά που μασουλούσαν στη διαδρομή: «Κι έτσιδας που ηκάναμε, τό ‘βρανε συνήθειο οι Σμυρνιοί και μας ηκογιονέρνανε κι άμαν ηαρώταγε κανείς. “Καλέ, πώς θε’ να πάω στο Μπουτζά;”, του ηλέγανε. “Θε’ να δεις τα χαλβαδόχαρτα στο δρόμο και δε θα χαθείς, θε’ να σε πάνε ντουγρού στο Μπουτζά.”».

Τα καλοκαίρια στις αρχές του 20ου αιώνα ο πληθυσμός του Μπουτζά ξεπερνούσε τις 20.000, καθώς πολλοί ανέβαιναν από τη Σμύρνη εκεί για να παραθερίσουν. Ήταν, δηλαδή, όπως η Κηφισιά για την Αθήνα της εποχής. Μόνιμα κατοικούσαν σπουδαίες λεβαντίνικες οικογένειες της Σμύρνης όπως οι Φορμπς, οι Αλλιότι, οι Ριζ και οι Ντε Γιονγκ, αλλά και ονομαστές ελληνικές όπως οι Αθηνογένους, οι Λοράνδου, οι Ισηγόνη, οι Αρώνη, οι Μεγαλοκονόμου, οι Καμπουρόπουλου.

Η Σμύρνη – Θέα από τον Μπουτζά

Οι άνθρωποι

Οι ντόπιοι ασχολούνταν με τη γεωργία, καλλιεργώντας ελιές, σταφίδα, σύκα, καπνά, αλλά και διατηρώντας περβόλια (τα περίφημα περβόγια του Μπουτζά) με ζαρζαβατικά, όσπρια και καλοκαιρινά φρούτα. Φημισμένες και περιζήτητες στην αγορά της Σμύρνης ήταν οι εγιές κουρμάδες (οι ελιές θρούμπες). Τα καπνά και τα σύκα εξάγονταν, αν και υπήρχαν πολλοί κατσιρματζήδες που έκαναν λαθρεμπόριο με τα καπνά του Μπουτζά.

Κάποιοι πρεβολάρηδοι ήταν παράλληλα και ανθοκηπουροί στους πανέμορφους κήπους των επαύλεων, εργασία που εξάσκησαν αργότερα, στην προσφυγιά, οι απόγονοί τους στην Κηφισιά και στη Νέα Ερυθραία.

Στον Κάτω και στον Πάνω Μαχαλά (γύρω από τις Εννιά Βρύσες, την περίφημη πετρόκτιστη κρήνη) λειτουργούσαν οι αγορές της περιοχής, το Απάνω και το Κάτω Τσαρσί. Υπήρχαν πολλοί μικροεπαγγελματίες και μαγαζιά, πέντε ελαιοτριβεία, τέσσερις αλευρόμυλοι, δέκα ταβέρνες, άφθονοι καφενέδες, μπυραρίες και ένας κινηματογράφος. Υπήρχαν, επίσης, πέντε Έλληνες γιατροί και δύο φαρμακεία. Από τη Σμύρνη ανέβαιναν θίασοι ήδη από το 1830, δίνοντας παραστάσεις στον κινηματογράφο «Ακτίς» ή στις αίθουσες των καφενείων που διαρρυθμίζονταν ανάλογα.

Ο Μπουτζάς είχε τρεις ορθόδοξες εκκλησίες, τον Άη Γιάννη τον Φανιστή στον Απάνω Μαχαλά, τον Άη Γιάννη τον Αποκεφαλιστή και τη Βαγγελίστρα στον Κάτω Μαχαλά. Ο Φανιστής που γιόρταζε το Γενέθλιο του Προδρόμου στις 24 Ιουνίου με τριήμερο λαμπρό πανηγύρι, ήταν ο μητροπολιτικός ναός του Μπουτζά και είχε χτιστεί το 1796 από τον μητροπολίτη Σμύρνης και μετέπειτα εθνομάρτυρα πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄.

Ο Αποκεφαλιστής, που γιόρταζε στις 29 Αυγούστου, ήταν μια παλιά, μικρή εκκλησία η οποία είχε ανακαινιστεί το 1865, ενώ ή Βαγγελίστρα, που είχε κτιστεί το 1903, πανηγύριζε στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τον Δεκαπενταύγουστο.

Οι Καμάρες, το Υδραγωγείο στην κοιλάδα της Αγίας Άννης

Ο Μπουτζάς «φιλοξενούσε» και δύο λεβαντίνικες εκκλησίες, τον καθολικό Άη Γιάννη τον Βαφτιστή που είχε κτιστεί το 1840 και τον προτεσταντικό (αγγλικανικό) των Αγίων Πάντων, κτισμένο το 1866. Δεν υπήρχε τζαμί, αλλά μια αίθουσα για το ναμάζι (την προσευχή) των μουσουλμάνων κοντά στο κονάκι (διοικητήριο).

Στον Μπουτζά λειτουργούσαν εννέα ελληνικά σχολεία: το Παρθεναγωγείο (που είχε ιδρυθεί πριν το 1870), η Αστική Σχολή Αρρένων, τέσσερα ιδιωτικά, δύο νηπιαγωγεία και μια νυκτερινή σχολή για ενήλικες (1908). Λειτουργούσαν επίσης, τέσσερα ξένα σχολεία, τα δύο αγγλικά και τα άλλα δύο καθολικά: των Γαλλίδων Καλογραιών (1850) και των Ιταλών Καπουτσίνων (1884) που δέχονταν και Έλληνες αλλά και Τούρκους.

Ο Μπουτζάς σήμερα

Σήμερα ο Μπουτζάς είναι μία μεγαλούπολη 500.000 κατοίκων που αναπτύσσεται συνεχώς. Στο παλιό Αμερικανικό Κολέγιο λειτουργεί το αρχηγείο του ΝΑΤΟ ενώ στην πολυτελή έπαυλη Ρις τα γραφεία του Πανεπιστημίου της 9ης Σεπτεμβρίου. Ο δήμος της πόλης έχει συντηρήσει και αναπαλαιώσει την παλιά ελληνική γειτονιά του Πάνω Μαχαλά, την οποία ονομάζει «Νοσταλγία». Οι παλιές επαύλεις έχουν μεταβληθεί σε σχολεία ή πολιτιστικά κέντρα. Διαθέτει μεγάλο και σύγχρονο νοσοκομείο, ενώ εντυπωσιάζει η αισθητική στις πλατείες, στους δημόσιους χώρους και στα αθλητικά κέντρα.

Το 2008, ύστερα από επίσκεψη κατοίκων του Νέου Βουτζά, διοργανώθηκε στο Αθλητικό Κέντρο, στην πρώτη είσοδο, έκθεση ζωγραφικής με έργα παιδιών του Μπουτζά και του Νέου Βουτζά. Ο δήμος Ραφήνας φιλοξένησε αντιπροσωπεία του Μπουτζά της Σμύρνης, ενώ δεν έχουν πάψει από τότε οι επαφές και η επικοινωνία.

Το 2012 οργανώθηκε από το Travelplan, τον ραδιοσταθμό Βήμα FM και τις εκδόσεις Κέδρος θεματική εκδρομή με αφορμή την τριλογία «Επιστροφή στη Σμύρνη». Οι εκδρομείς επισκέφτηκαν τον Μπουτζά και ξεναγήθηκαν στις παλιές γειτονιές του.

Σιδηρόδρομος προς τον Μπουτζά

Από τις 6 έως τις 10 Οκτωβρίου φέτος ετοιμάζεται στον Μπουτζά το φεστιβάλ «Sokak 1900» με σκοπό να γνωρίσει η νεολαία του, που είναι κυρίως απόγονοι μουσουλμάνων της Μακεδονίας (έφυγαν πρόσφυγες το 1912 από τη Θεσσαλονίκη, κυρίως, και το Μοναστήρι) τη ζωή που υπήρχε στην πόλη τους στις αρχές του 20 αιώνα. Το ενδιαφέρον και των δύο λαών για την πατρίδα των προγόνων τους είναι αμοιβαίο.

Προηγούμενο άρθροΤαξιτζής στη Θεσσαλονίκη σκέφτηκε «γιατί δεν οδηγώ με ανοικτό το καπό;» και το έκανε
Επόμενο άρθροΠόσες είναι όλες οι γλώσσες στον πλανήτη; Ποια η πιο διαδεδομένη και τι ισχύει για την ελληνική