Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

Στη θεωρία, θα έπρεπε ως δημοσιογράφοι να έχουμε τη δέουσα σοβαρότητα και την υπευθυνότητα, όταν αναφερόμαστε σε θέματα που αφορούν στη δημόσια υγεία να θυσιάζουμε την εμπορικότητα και τα κλικ υπέρ της πραγματικής διάστασης ενός προβλήματος.

Προ δύο εβδομάδων, δημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων μια έρευνα που έγινε στις πληγείσες από την πυρκαγιά περιοχές (και όχι μόνο όπως θα αντιληφθείτε στη συνέχεια) από ειδική επιστημονική ομάδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι τίτλοι σε πολλά ΜΜΕ έσφυζαν από… τρόμο και κίνδυνο και άφηναν μια απαισιόδοξη νότα.

Ακριβώς επειδή το θέμα μας αφορά περισσότερο από τον κάτοικο του Παγκρατίου και της Φιλοθέης, μπήκαμε στη διαδικασία να το προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω. Επικοινωνήσαμε με το ΑΠΘ και ο επικεφαλής της έρευνας Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής κ. Δημοσθένης Σαρηγιάννης, μας έκανε την τιμή να μας μιλήσει και να μας εξηγήσει τα συμπεράσματα που προέκυψαν και το κατά πόσο τελικά -με απλά λόγια- είναι επικίνδυνο να ζούμε στην περιοχή έπειτα από μια τόσο μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή.

Δείγμα από 40 διαφορετικά σημεία

Η ομάδα του κ. Σαρηγιάννη επισκέφθηκε το Μάτι μία εβδομάδα μετά την πυρκαγιά, στα τέλη δηλαδή Ιουλίου του 2018 και πραγματοποίησε δειγματοληψία από 40 διαφορετικά σημεία, σε μια περιοχή που εκτείνεται από Νταού Πεντέλης και Καλλιτεχνούπολη μέχρι Άγιο Ανδρέα και Ζούμπερι.

«Δεν πήραμε δείγματα μόνο από την περιοχή που βίωσε την καταστροφή αλλά και από μέρη που δεν είχαν καεί, ώστε να έχουμε σαφές μέτρο σύγκρισης. Επικεντρωθήκαμε στο έδαφος και δευτερευόντως στο νερό και το ερώτημα που κληθήκαμε να απαντήσουμε είναι αν υπάρχει χημική επιβάρυνση και πώς το περιβάλλον επηρεάζει τη δημόσια υγεία και βέβαια σε τι βαθμό», εξηγεί αρχικά ο κ. Σαρηγιάννης και εν συνεχεία αναφέρει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις περιβαλλοντικής καταστροφής, το πρώτο πράγμα που ερευνούν οι επιστήμονες είναι η παρουσία αμιάντου, που θεωρείται και είναι πολύ επικίνδυνος.

«Ήταν δεδομένο ότι θα βρίσκαμε αξιοσημείωτες ποσότητες αν αναλογιστεί κανείς ότι κάηκαν στέγες ελενίτ, ζάντες αυτοκινήτων και air condition. Αυτό που μας έκανε τεράστια εντύπωση είναι ότι πολιτικοί μηχανικοί είχαν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν αμίαντο μέσα στις κολόνες που στήριζαν κατοικίες, γεγονός που δεν είναι πολύ συνηθισμένο. Στείλαμε δείγματα σε τρία κέντρα, σε Ιταλία, Ισπανία και Σλοβενία και μάλιστα επιλέξαμε εργαστήρια που χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους ανάλυσης, ώστε να δούμε αν τα συμπεράσματα θα συγκλίνουν ή θα έχουν απόκλιση. Εκτός από τον αμίαντο, κάναμε επίσης μετρήσεις για μόλυβδο, υδράργυρο, ουράνιο, αρσενικό, κάλιο, καθώς και περαιτέρω αναλύσεις οργανικών ενώσεων που προέρχονται μόνο μετά από καύσεις και μπορούν να είναι καρκινογόνες. Αυτό, τέλος, που μετρήσαμε δεν ήταν η τοξικότητα του εδάφους, αλλά τι ποσοστό από αυτήν την τοξικότητα επηρεάζει τον άνθρωπο».

Τα ευρήματα

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, στην περιοχή που κάηκε παρατηρείται αύξηση της τάξης του 20% στα βαρέα μέταλλα συγκριτικά με περιοχές που δεν επλήγησαν από τη φωτιά, αύξηση από 20% έως 50% σε οργανικές ενώσεις και έντονη χωρική διακύμανση, που σε απλά ελληνικά σημαίνει ότι το ποσοστό των εν λόγω αυξήσεων ήταν διαφορετικό από σημείο σε σημείο.

Εκτίμηση κινδύνου

Και φτάνουμε στο πιο σημαντικό -για εμάς, όχι τους επιστήμονες- σημείο της έρευνας. Πόσο περισσότερο εκτεθειμένοι σε κινδύνους είμαστε μετά το απόγευμα της 23ης Ιουλίου;
«Καταλήξαμε στο εξής συμπέρασμα. Σε ό,τι αφορά στους ενήλικες, εκεί που προηγουμένως θα παρουσίαζαν σχετικούς καρκίνους 4 στους 100.000 κατοίκους, σήμερα ο αριθμός είναι 7 στους 100.000.

Σε ό,τι, δε, αφορά στα νέα παιδιά (έως 6 ετών), από 2 στους 10.000 που θα παρουσίαζαν πριν τη φωτιά καρκίνο, ο αριθμός αυξήθηκε στους 3.

Ο λόγος για τον οποίο τα παιδιά έχουν σαφώς περισσότερες πιθανότητες να επηρεαστούν είναι ότι έχουν και πολύ περισσότερο χρόνο μπροστά τους να εκδηλώσουν την αρρώστια συγκριτικά με έναν ενήλικα», υποστηρίζει ο κ. Σαρηγιάννης.

Τι σημαίνουν πρακτικά όλα τα παραπάνω με τη γλώσσα ενός πολύπειρου επιστήμονα; «Ο κίνδυνος που χαρακτηρίζεται ως αποδεκτός επιστημονικά είναι η μία περίπτωση στο εκατομμύριο. Άρα από τη στιγμή που για τα παιδιά για παράδειγμα, το νούμερο είναι 3 στους 10.000, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί αμελητέος. Με δεδομένη, όμως, την πυκνότητα του πληθυσμού από όλους τους πιθανούς καρκίνους που μπορούν να εμφανιστούν, θα αποδώσουμε μόλις έναν στην περιβαλλοντική καταστροφή που συντελέστηκε πέρσι. Άρα με βάση το τι συνέβη και το μέγεθός του, δεν συντρέχουν λόγοι έντονης ανησυχίας. Θα πρέπει, βέβαια, να τονίσουμε ότι μέσα στον τρέχοντα μήνα θα επισκεφθούμε ξανά την περιοχή για να πάρουμε νέα δείγματα και να δούμε πώς εξελίσσεται η τοξικότητα. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα για να εξακολουθήσω να είμαι καθησυχαστικός είναι ότι ακόμα και στην περίπτωση που παρατηρηθεί χειροτέρευση της κατάστασης, υπάρχουν άμεσοι τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος».

Το οικόπεδο της… γραφειοκρατίας στον Βουτζά

Πριν ολοκληρώσουμε την ενδιαφέρουσα επικοινωνία μας με τον κ. Σαρηγιάννη τον ρωτήσαμε και για το περίφημο οικόπεδο στον Νέο Βουτζά όπου εδώ και έναν χρόνο λειτουργούσε ως νεκροταφείο καμένων δέντρων και αντικειμένων.

«Θα σας πω κάτι απλό και θα καταλάβετε πολλά. Σε έκθεσή μου προς τη Γενική Γραμματεία Περιβάλλοντος σημείωνα προ ημερών ότι θα πρέπει να καθαρίσει “τώρα” και το “τώρα” το ‘χα γραμμένο με κεφαλαία. Και ξέρω ότι έγιναν ενέργειες. Ζούμε όμως στη χώρα που βασιλεύει η γραφειοκρατία, ακόμα και όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν στη δημόσια υγεία»…


Who is Who

Θα χρειαζόμασταν ένθετο μέσα στην εφημερίδα για να δημοσιεύσουμε το πλήρες βιογραφικό του κ. Δημοσθένη Σαρηγιάννη, οπότε αρκούμαστε σε μέρος μόνο του διδακτικού έργου του…

  • 2015 – σήμερα: Αναπληρωτής Καθηγητής Μηχανικής Περιβαλλοντικής Υγείας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών – Εργαστήριο Περιβαλλοντικής Υγείας της Παβία στην Ιταλία.
  • 2015 – σήμερα: Διευθυντής στον Τομέα Τεχνολογιών, Τμήμα Χημικών Μηχανικών, ΑΠΘ.
  • 2010 – σήμερα: Αναπληρωτής Καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής στο Τμήμα Χημικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
  • 2008 – σήμερα: Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Kαθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Τοξικολογίας και Εκτίμησης Περιβαλλοντικού Κινδύνου, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο της Παβία, Ιταλία.
  • 2007: Επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ασφάλειας και Υγιεινής στην Εργασία, Τμήμα Δημόσιας Υγείας, Ιατρική σχολή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • 2006 – σήμερα: Επισκέπτης καθηγητής στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Τοξικολογίας και Εκτίμησης Περιβαλλοντικού Κινδύνου, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο της Παβία, Ιταλία.