
Στον αρχαίο Ραμνούντα, πάνω από τον Νότιο Ευβοϊκό, οι κάτοικοι λάτρευαν τη Νέμεση, τη θεότητα που συνδέθηκε με τη δίκαιη ανταπόδοση και την τιμωρία της υπερβολικής αλαζονείας. Αιώνες μετά τη Μάχη του Μαραθώνα, ο Παυσανίας κατέγραψε εκεί μια ιστορία σχεδόν φτιαγμένη για να γίνει θρύλος: οι Πέρσες, τόσο βέβαιοι ότι θα κατακτούσαν την Αθήνα, είχαν φέρει μαζί τους μάρμαρο για να στήσουν το τρόπαιο της νίκης τους.
Οι Πέρσες όμως ηττήθηκαν. Και, σύμφωνα με την παράδοση που διέσωσε ο περιηγητής, το ίδιο μάρμαρο χρησιμοποιήθηκε τελικά για να δημιουργηθεί το μεγάλο άγαλμα της Νέμεσης στον Ραμνούντα — μια συμβολική ανατροπή που μετέτρεπε το υλικό ενός περσικού θριάμβου σε μνημείο της ήττας τους.
Τι ακριβώς γράφει ο Παυσανίας
Ο Παυσανίας επισκέφθηκε την Αττική τον 2ο αιώνα μ.Χ., περισσότερο από έξι αιώνες μετά τη μάχη. Περιγράφοντας τον δρόμο από τον Μαραθώνα προς τον Ωρωπό, τοποθετεί τον Ραμνούντα περίπου εξήντα στάδια μακριά και αναφέρει λίγο πιο μέσα από την ακτή το ιερό της Νέμεσης.
Τη χαρακτηρίζει ιδιαίτερα αυστηρή απέναντι στους ανθρώπους που ξεπερνούν τα όρια και συνδέει άμεσα τη λατρεία της με τους Πέρσες του 490 π.Χ. Γράφει ότι οι εισβολείς, πιστεύοντας με αλαζονεία πως τίποτε δεν μπορούσε να τους εμποδίσει να πάρουν την Αθήνα, μετέφεραν ένα κομμάτι παριανού μαρμάρου για να κατασκευάσουν τρόπαιο όταν θα νικούσαν.
Η συνέχεια είναι το πραγματικό hook της αρχαίας αφήγησης: από εκείνο το μάρμαρο, λέει ο Παυσανίας, δημιουργήθηκε τελικά η Νέμεσις του Ραμνούντα.
Η παράδοση λέει Φειδία – η αρχαιολογία δείχνει Αγοράκριτο
Ο Παυσανίας αποδίδει το άγαλμα στον Φειδία. Εδώ όμως η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα αλλάζει την εικόνα. Το μεγάλο λατρευτικό άγαλμα της Νέμεσης αποδίδεται σήμερα στον Αγοράκριτο από την Πάρο, μαθητή και συνεργάτη του Φειδία, και χρονολογείται περίπου στο 430–420 π.Χ.
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής αναφέρει επίσης τον Αγοράκριτο ως δημιουργό του περίφημου αγάλματος, το οποίο είχε παραγγελθεί από τον εύπορο δήμο και το ιερό του Ραμνούντα. Ο ναός της Νέμεσης χρονολογείται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., δηλαδή αρκετές δεκαετίες μετά τη Μάχη του Μαραθώνα.
Θραύσματα του αγάλματος και της ανάγλυφης βάσης του επέτρεψαν στους αρχαιολόγους να μελετήσουν και να ανασυνθέσουν σε μεγάλο βαθμό το μνημείο. Η Νέμεσις ήταν μια επιβλητική μορφή υψηλής κλασικής τέχνης, ενώ στη βάση της υπήρχε σύνθεση με μορφές από τον μύθο της Ελένης.
Ήταν πράγματι το περσικό μάρμαρο;
Εδώ χρειάζεται η βασική διάκριση ανάμεσα στην αρχαία παράδοση και στην αρχαιολογική βεβαιότητα. Το άγαλμα υπήρξε πραγματικά. Ο ναός υπήρξε πραγματικά. Η σύνδεση του Ραμνούντα με τη Νέμεση είναι απολύτως τεκμηριωμένη. Και η γλυπτική παράδοση συνδέει το έργο με τον Αγοράκριτο.
Δεν υπάρχει όμως τρόπος να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο μάρμαρο είχε όντως μεταφερθεί από τον περσικό στρατό πριν από τη μάχη. Η πληροφορία εμφανίζεται στην αφήγηση του Παυσανία πολύ αργότερα από τα γεγονότα και λειτουργεί ιδανικά ως ιστορία θείας ανταπόδοσης: οι εισβολείς είχαν προετοιμάσει το μνημείο της δικής τους νίκης και τελικά το υλικό τους έγινε άγαλμα της θεότητας που τιμωρεί την ύβρη.
Με άλλα λόγια, η αρχαιολογία επιβεβαιώνει το σκηνικό και το μεγάλο έργο τέχνης, όχι το ταξίδι του μαρμάρου με τους Πέρσες.
Ο Ραμνούς που μπορεί κανείς να δει σήμερα
Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντα βρίσκεται σήμερα στα βορειοανατολικά όρια του Δήμου Μαραθώνος και θεωρείται ένας από τους πληρέστερα διατηρημένους αρχαίους δήμους της Αττικής. Διατηρεί οχυρώσεις, δημόσια και ιδιωτικά κτίρια, δρόμους, ταφικά μνημεία και τα δύο ιερά της Νέμεσης και της Θέμιδος.
Το Ιερό της Νέμεσης βρισκόταν σε οροπέδιο με θέα προς τον Νότιο Ευβοϊκό. Από εκεί, η απόσταση από το πεδίο του Μαραθώνα δεν είναι μεγάλη. Ίσως γι’ αυτό η νίκη του 490 π.Χ. και η ιδέα της τιμωρίας της περσικής αλαζονείας μπορούσαν τόσο εύκολα να δεθούν στη συλλογική μνήμη με τη θεά που λατρευόταν στον Ραμνούντα.
Και κάπως έτσι γεννήθηκε μια από τις πιο δυνατές τοπικές ιστορίες της Ανατολικής Αττικής: ένα μάρμαρο που, κατά τον Παυσανία, ξεκίνησε για να γίνει τρόπαιο μιας περσικής νίκης και κατέληξε να συμβολίζει ακριβώς το αντίθετο.
→ Δείτε όλα τα άρθρα της σειράς «Μύθοι & Θρύλοι» της Marathon Press.














































