Γράφει o Ιερώνυμος Βοσκάκης, Μαιευτήρας, Χειρουργός Γυναικολόγος

Η ενδομητρίωση είναι μία καλοήθης κλινική οντότητα που χαρακτηρίζεται από την έκτοπη ανάπτυξη του ενδομητρικού ιστού εκτός της μήτρας, κυρίως στην ελάσσονα πύελο, στις ωοθήκες (όπου δημιουργούνται κύστεις γνωστές και ως «σοκολατοειδείς κύστεις»), τις σάλπιγγες ή στο περιτόναιο, επηρεάζοντας μία στις δέκα γυναίκες, κυρίως κατά την αναπαραγωγική τους ηλικία. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να αναπτυχθεί στο έντερο, στην σκωληκοειδή απόφυση, στην ουροδόχο κύστη ή ακόμη και σε άλλα όργανα, όπως πνεύμονες ή νεφρά.

Συμπτώματα

Τα κλινικά χαρακτηριστικά της ενδομητρίωσης, η οποία προσβάλλει συχνότερα γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών, εξαρτώνται από τη θέση εντόπισης, τη βαρύτητα και την έκταση της νόσου και περιλαμβάνουν:

  • Πόνο στην περιοχή της κοιλιάς ή της λεκάνης,
  • Πόνο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (δυσπαρευνία),
  • Πόνο κατά τη διάρκεια της περιόδου (δυσμηνόρροια),
  • Έντονη αιμορραγία κατά την περίοδο,
  • Πυελικός πόνο εκτός εμμήνου ρύσης,
  • Οσφυαλγία,
  • Επώδυνες κενώσεις εντέρου – Δυσκοιλιότητα,
  • Πόνο κατά τη διάρκεια της άσκησης,
  • Υπογονιμότητα

Είναι συχνό φαινόμενο κάποιες γυναίκες με ενδομητρίωση να μην έχουν καθόλου συμπτώματα κι η εντόπιση της νόσου να γίνεται κατά τη διάρκεια μιας χειρουργικής επέμβασης.

Αιτιολογία-Παθογένεια

Κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης, το ενδομήτριο (το εσωτερικό της μήτρας) με τα κύτταρά του δέχεται την επίδραση των ορμονών (οιστρογόνα, προγεστερόνη) και αυξάνει σε πάχος, προκειμένου να είναι έτοιμο να δεχθεί το γονιμοποιημένο ωάριο. Αν δεν υπάρξει εγκυμοσύνη, τότε το ενδομήτριο αποβάλλεται με την περίοδο. Η ενδομητρίωση προκύπτει όταν κύτταρα του ενδομητρίου αναπτύσσονται σε άλλα σημεία του σώματος. Σε κάθε έμμηνο ρύση τα κύτταρα αυτά συμπεριφέρονται όπως ακριβώς σα να ήταν μέσα στη μήτρα. Η εσωτερική, όμως, αιμορραγία αυτών των κυττάρων δεν έχει διέξοδο όπως στην κανονική περίοδο, με αποτέλεσμα να προκαλείται φλεγμονή, πόνος και βλάβες στα όργανα που έχουν εναποτεθεί (ωοθήκες, σάλπιγγες). Ο μηχανισμός ανάπτυξης της ενδομητρίωσης ακόμη και σήμερα είναι άγνωστος. Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, μία εξ αυτών θεωρείται η επικρατέστερη, σύμφωνα με την οποία τα ενδομητρικά κύτταρα που υπάρχουν στο αίμα της περιόδου εμφυτεύονται κατευθείαν στην ελάσσονα πύελο μετά από παλινδρόμηση διαμέσου των σαλπίγγων.

Ταξινόμηση

Η ταξινόμηση της ενδομητρίωσης είναι χειρουργική και γίνεται σύμφωνα με την American Society of Reproductive Medicine (ASRM) σε τέσσερα στάδια, βάσει της συνολικής επιφάνειας του περιτοναίου που εμφανίζει ενδομητρίωση, τη μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη εντόπιση στις ωοθήκες και την ύπαρξη συμφύσεων: Στάδιο I (ελάχιστη), Στάδιο II (ελαφριά), Στάδιο III (μέτρια), Στάδιο IV (βαριά). Οι πιο πολλές γυναίκες έχουν ενδομητρίωση Σταδίου Ι ή ΙΙ, με επιφανειακές εστίες και ήπιες συμφύσεις. Σ’ αυτές, όμως, τις γυναίκες είναι πολύ συχνά φαινόμενα η υπογονιμότητα, η δυσμηνόρροια και ο χρόνιος πόνος. Στα Στάδια ΙΙΙ και IV παρατηρούνται σοκολατοειδείς κύστες και εντονότερες συμφύσεις.

Διάγνωση

Εκτός από το ιστορικό, τα συμπτώματα και την κλινική εξέταση της κάθε γυναίκας, υπάρχουν κάποιες εξετάσεις που επιβεβαιώνουν τη διάγνωση:

  • Το κολπικό υπερηχογράφημα,
  • Η μαγνητική τομογραφία που βοηθά στη διαφορική διάγνωση των ενδομητριοειδών κύστεων από άλλες κυστικές διογκώσεις των ωοθηκών,
  • Το καρκινικό αντιγόνο (Ca 125) το οποίο μπορεί να ανευρίσκεται ελαφρά αυξημένο,
  • Η λαπαροσκόπηση που θέτει οριστικά τη διάγνωση της ενδομητρίωσης. Η τυπική εικόνα στα αρχικά στάδια της νόσου χαρακτηρίζεται από καφεοειδή κυανά ή μαύρα «στίγματα» στην επιφάνεια της πυέλου ή πάνω στις σάλπιγγες και τις ωοθήκες. Η ενδομητριοειδής κύστη της ωοωθήκης (ενδομητρίωμα), εμφανίζεται συνήθως σαν σκουρόχρωμη κύστη που περιέχει σοκολατοειδές υγρό.

Θεραπεία

Η θεραπεία της ενδομητρίωσης μπορεί να είναι φαρμακευτική (ορμονική), χειρουργική ή συνδυασμός και των δύο. Η φαρμακευτική θεραπεία (αντισυλληπτικά δισκία χαμηλών δόσεων, προγεσταγόνα, νταναζόλη, GnRH-ανάλογα), συνήθως χορηγείται συνεχόμενα για 3-6 μήνες χωρίς κάποια διακοπή, προκαλώντας καταστολή της σύνθεσης των οιστρογόνων και αμηνόρροια, με αποτέλεσμα την ατροφία των ενδομητρικών εστιών, χωρίς όμως να επιτυγχάνεται εξάλειψη της νόσου.

Αν και τα ορμονικά φάρμακα μπορεί να είναι εξίσου αποτελεσματικά με τη χειρουργική επέμβαση, δεν είναι κατάλληλα για τις γυναίκες που προσπαθούν να τεκνοποιήσουν, αφού καταργούν την περίοδο άρα και την ωορρηξία. Η εγκυμοσύνη έχει, επίσης, ευεργετική επίδραση επί της νόσου, αλλά η διάρκεια καταστολής της μετά τον τοκετό κυμαίνεται. Σε περιπτώσεις προχωρημένων σταδίων της νόσου όπου υπάρχουν κύστεις ωοθηκών, συμφύσεις ή και απόφραξη σαλπίγγων, ενδείκνυται η χειρουργική θεραπεία με τη λαπαροσκοπική μέθοδο. Με τη λαπαροσκόπηση γίνεται αποκατάσταση της ανατομίας των έσω γεννητικών οργάνων, αφαίρεση των κύστεων, λύση των συμφύσεων και διάνοιξη των σαλπιγγών.

Προηγούμενο άρθροTaboom #24: Περιμένοντας…
Επόμενο άρθροΗ πίστα skateboard στη Ραφήνα κερδίζει το χειροκρότημα