Δεν έχω σκοπό να ασχοληθώ με τα μικρά και τα μεγάλα θέματα που πολλές φορές φιλοξενούνται στο editorial. Γιατί τα μικρά γίνονται ασήμαντα και τα μεγάλα πολύ μικρά όταν φεύγουν από κοντά μας αγαπημένα πρόσωπα. Έφυγε από τη ζωή ο Στέλιος Πλακίτσης σε ηλικία 85 ετών κι όλοι μας κάτι χάσαμε.

Τι να πρωτοθυμηθώ;

Η MP ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα τον Δεκέμβριο του 2011. Μετά τις πρώτες εκδόσεις δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από έναν ευγενέστατο κύριο, ο οποίος μου ζήτησε να βρεθούμε για να κουβεντιάσουμε από κοντά. Ήταν ο Στέλιος Πλακίτσης, τον οποίο τότε ήξερα μόνο ονομαστικά, κυρίως από τη φιλία του με την οικογένειά μου. Δεν το σκέφτηκα καθόλου και δέχθηκα αμέσως να συναντηθούμε.

Με υποδέχθηκε με ιδιαίτερη θέρμη, σαν να με ήξερε χρόνια πίσω και μου μίλησε για τη ζωή του. Για τα πρώτα του βήματα ως δημοσιογράφος, για το μεράκι του για την αρθρογραφία, για την αγάπη του για τον Μαραθώνα. Ήθελε πολύ να μπει στην ομάδα μας, κι εγώ μετά τη σύντομη γνωριμία μας το ήθελα ακόμα περισσότερο.

Ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες και πολύ σύντομα καταλήξαμε στο θέμα για το ντεμπούτο της νέας μας στήλης με την υπογραφή του. «Θύμησες Παλιές». Μέσα σε δυο μέρες με κάλεσε ξανά. Είχε ήδη ετοιμάσει δεκαπέντε χειρόγραφες σελίδες, είχε σκαλίσει το πλούσιο αρχείο του για παλιές φωτογραφίες, είχε γράψει ακόμα και τις λεζάντες. Μου παρέδωσε το χρονογράφημά του μέσα σε έναν φάκελο, με μια προσωπική του κάρτα η οποία έγραφε: «Αγαπημένε μου Βασίλη, σε ευχαριστώ πολύ. Να έχουμε καλή έκδοση.» Έτσι πρωτογνώρισα τον κύριο Στέλιο…

Κάθε μήνα μιλούσαμε, δύο εβδομάδες πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία κυκλοφορίας, για να αποφασίσουμε το θέμα του επόμενου τεύχους και κάθε φορά βρισκόμασταν στο γραφείο του για να μου παραδώσει το χειρόγραφό του. Πάντα συνεπής. Και δεν σας το κρύβω, ήταν δυσανάγνωστη η γραφή του. Αλλά και τόσο ευανάγνωστη η αγάπη του, ο έρωτάς του, το μεράκι του γι’ αυτό που έκανε, γι’ αυτά που έζησε, γι’ αυτό που ήθελε να μας αφηγηθεί και να μας μάθει. Κι έτσι, όλα γινόντουσαν εύκολα…

Δακτυλογραφούσα το κείμενο και βρισκόμασταν στο γραφείο του για τις τελικές διορθώσεις. Από το πρώτο του κείμενο, που με συγκίνηση επαναδημοσιεύουμε σε αυτό το τεύχος, μέχρι και το τελευταίο δεν του ξέφευγε ούτε τελεία. Μου έκανε πάντα εντύπωση το πόσο παρατηρητικός και διαυγής ήταν σε όλη αυτήν την πορεία που είχα τη χαρά και την τιμή να περπατήσω μαζί του.

Το μεσημέρι της Παρασκευής 29 Οκτωβρίου, ακριβώς δύο εβδομάδες πριν την κυκλοφορία του τεύχους, μιλήσαμε στο τηλέφωνο για το επόμενό του χρονογράφημα, το τρίτο μέρος της ιστορίας για τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ήταν ενθουσιασμένος. «Βασίλη, στο ‘χω σχεδόν έτοιμο και μέσα στο Σαββατοκύριακο θα στο δώσω». Λίγες ώρες μετά, όμως, «έφυγε»…

Με τη γραφή του όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από τα βιβλία του αλλά και από τις ιστορίες που φιλοξενούσαμε στις σελίδες της MP, ζωντάνεψε με τρόπο μοναδικό πρόσωπα, παραστάσεις, εικόνες. Μας διηγήθηκε την Ιστορία του τόπου μας. Ξαναθυμήθηκαν οι μεγάλοι, μάθαμε οι νεότεροι. Του οφείλουμε πολλά.

Καλό ταξίδι.