Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ έμεινε στην Ιστορία για την τρέλα του, για την Έναστρη Νύχτα του και για το κομμένο αυτί του…
Ήταν ο ζωγράφος που δημιούργησε εκατοντάδες πίνακες μέσα σε 10 χρόνια (τον πιο διάσημο στο δωμάτιο του ψυχιατρείου), αλλά όσο ήταν ζωντανός πούλησε μόνο έναν: τον Κόκκινο Αμπελώνα! Ο βαν Γκογκ έχει γράψει επίσης θρυλικές επιστολές στον αδελφό του Τεό, που τεκμηριώνουν ο λαμπρό, αλλά και πειραγμένο του πνεύμα.
Η ζωή ενός από τους διασημότερους ζωγράφους που έδωσαν χρώμα στους μουντούς καιρούς της ανθρωπότητας, ήταν σκοτεινή και ταραγμένη…
«Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για το ότι οι πίνακες μου δεν πωλούνται, όμως θα έρθει καιρός που ο κόσμος θα καταλάβει ότι αξίζουν περισσότερο από τα χρώματα που έχουν», είχε πει ο βαν Γκογκ και δικαιώθηκε μετά θάνατον!
Δύσκολο να κατανοήσει κάποιος τη διαρκή αθλιότητα της ζωής του Βίνσεντ βαν Γκογκ· περνούσε από τη μία καταστροφή στην άλλη, δεν στέριωνε πουθενά, είχε μια απόλυτα αποτυχημένη καριέρα και προβληματικές σχέσεις.
Άρχισε ως ιεραπόστολος!
Ο Βίνσεντ, έδειξε από νωρίς κλίση στην τέχνη – την πώληση όχι τη ζωγραφική – και στα 15 του χρόνια εργαζόταν ως έμπορος τέχνης σε ένα υποκατάστημα που διηύθυνε ο θείος του. Στη συνέχεια τον έστειλαν σε ένα υποκατάστημα στο Λονδίνο όπου παρασύρθηκε από το κίνημα των ευαγγελιστών. Έφυγε από την Αγγλία, πήγε στο Παρίσι και αντί να πουλάει έργα έκανε κήρυγμα στους πελάτες, μέχρι που απολύθηκε.
Το όνειρο του ήταν να σπουδάσει θεολόγος, όμως χρειαζόταν να μελετήσει λατινικά και αρχαία ελληνικά κάτι που αρνήθηκε να κάνει πεισματικά. Φοίτησε για λίγους μήνες σε Ευαγγελική Ακαδημία, όμως οι δάσκαλοι του, τον έκριναν αρκετά εκρηκτικό για ιεραπόστολο! Ο βαν Γκογκ δεν το έβαλε κάτω: μετακόμισε σε μία φτωχική κοινότητα ανθρακωρύχων και ζούσε από τα υπολείμματα της τροφής των εργατών, στους οποίους κήρυττε το ευαγγέλιο, φορώντας κουρέλια.
Η ζωή πλάι στους ανθρακωρύχους τον άλλαξε. Ανέπτυξε απέχθεια για την οργανωμένη θρησκεία και άρχισε να σχεδιάζει αντιγράφοντας χαρακτικά που του έστελνε ο αδελφός του.
Και συνέχισε ως ζωγράφος
Και στα 27 του χρόνια αφήνει πίσω του τη θρησκεία και καταπιάνεται με την τέχνη ως ζωγράφος πια. Απέτυχε στις εξετάσεις της Ακαδημίας Τεχνών και βάλθηκε να σχεδιάζει τα πρώτα του αριστουργήματα.
Όταν άρχισε, χρησιμοποίησε μια θαμπή παλέτα χρωμάτων και ζωγράφισε μερικές από τις σκληρές πραγματικότητες της ζωής. Η φτώχεια και η οικονομική δυσπραγία ήταν ένα κοινό θέμα σε πολλά από τα πρώτα έργα του. Κάποια στιγμή, το ανήσυχο πνεύμα του κουράστηκε από τις εικόνες της εξοχής και της φτώχιας και αποφάσισε να ταξιδέψει στο Παρίσι. Εκεί το μουντό μετατράπηκε σε λαμπερό! Δύο χρόνια στο Παρίσι όμως και η υγεία του κλονίστηκε από το ποτό και τις βραδιές στο Μoulin Rouge· έφυγε!
Τον «σκότωσαν» τα χρώματα
Λέγεται ότι, η Βιομηχανική Επανάσταση ευθύνεται για τη φωτεινότητα των πινάκων του βαν Γκογκ, αλλά και για την κλονισμένη υγεία του. Τον 19ο αιώνα οι χημικές έρευνες ανέπτυξαν περίπου 29 νέα χρώματα πολλά από τα οποία ήταν πιο ζωηρά και σταθερά από τα παλιότερα. Ο Βίνσεντ έγραφε στον αδελφό του Τέο, ότι θα ήταν ψευτοοικονομία να βολεύεσαι με τα παλιά φθηνά χρώματα.
Δυστυχώς πολλά από αυτά μπορεί να συνέβαλαν στην κακή του υγεία. Το λάμπρο σμαραγδένιο πράσινο με την υψηλή περιεκτικότητα σε χαλκό και αρσενικό είναι τόσο τοξικό που χρησιμοποιούνταν και ως ποντικοφάρμακο. Εικάζεται ότι τα νευρολογικά συμπτώματα του βαν Γκογκ προήλθαν από το αρσενικό, αν και ο μόλυβδος στο στουπέτσι και ο υδράργυρος στο βερμιγιόν μπορεί επίσης να έπαιξαν ρόλο, ιδίως αν σκεφτούμε ότι στην έσχατη τρέλα του ο βαν Γκογκ έτρωγε μπογιά κατευθείαν από το σωληνάριο!
Ο Βαν Γκογκ γνώρισε τον ζωγράφο Πολ Γκογκέν στο Παρίσι το 1887. Οι δυο τους ζωγράφιζαν συχνά μαζί. Η φιλία του με τον Γκογκέν, πιστεύεται ότι έληξε μετά το περιστατικό με το κόψιμο του αυτιού…
Υπάρχουν πολλές θεωρίες γύρω από αυτή τη θλιβερή ιστορία. Μια από τις δημοφιλείς θεωρίες είναι ότι ο βαν Γκογκ πήρε ένα ξυράφι και έκοψε το αυτί του αφού τσακώθηκε με τον Γκογκέν. Στη συνέχεια, τύλιξε το κομμάτι του αυτιού του σε χαρτί και το παρέδωσε σε μια γυναίκα σε έναν οίκο ανοχής! Άλλες θεωρίες υποστηρίζουν ότι ο Γκογκέν ήταν εκείνος που του έκοψε το αυτί, κάτι που μάλλον είναι αναληθές.
Ο Βαν Γκογκ είχε μια σχετικά σύντομη ζωή ως καλλιτέχνης, ωστόσο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περίπου 10 ετών δημιούργησε περίπου 2.100 έργα τέχνης, συμπεριλαμβανομένων και περίπου 860 ελαιογραφιών. Πολλοί από τους πίνακές του δημιουργήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του.
Αν και πούλησε μόνον ένα πίνακα όσο ζούσε, ο βαν Γκογκ δημιούργησε έναν από τους πιο ακριβούς πίνακες της ιστορίας. Το Portrait of Dr. Gachet που ζωγράφισε το 1890 και που το 1990 πουλήθηκε για 82,5 εκατομμύρια δολάρια!
Μισούσε την Έναστρη Νύχτα
Μετά το περιστατικό με το αυτί, ο βαν Γκογκ αποφάσισε να πάει στο νοσοκομείο Saint-Paul-de-Mausole, γνωστό τότε ως «άσυλο», όπου διαγνώστηκε με «οξεία μανιοκατάθλιψη με γενικευμένο παραλήρημα».
Ευτυχώς για τον βαν Γκογκ, όσο ήταν στο νοσοκομείο, μπορούσε να συνεχίσει να δημιουργεί και περνούσε τις μέρες κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα των παραθύρων το τοπίο. Εκεί ολοκλήρωσε το πιο διάσημο έργο του, την «Έναστρη Νύχτα».

Ο πίνακας Έναστρη Νύχτα στην πραγματικότητα απεικονίσει τη ματιά του καλλιτέχνη σε διαφορετικές ημέρες, ακόμη και σε διαφορετικές ώρες της ημέρας. Καθώς καθόταν και έβλεπε το φως και τον καιρό να αλλάζουν, ζωγράφιζε την ανατολή του ήλιου, την ανατολή του φεγγαριού, τις μέρες τις ηλιόλουστες, τις συννεφιασμένες, τις μέρες με αέρα και τις βροχερές.
Ο βαν Γκογκ απέρριπτε πάντα τον πίνακά του και έφτασε στο σημείο να λέει ότι όσα έργα ολοκλήρωσε στο νοσοκομείο, ήταν αποτυχίες! Πολλές φορές, μάλιστα, θέλησε να τον καταστρέψει!

Ο Βαν Γκογκ αντιμετώπιζε ψυχικές ασθένειες στη μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής του. Νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρικά ιδρύματα επί πολλούς μήνες. Τα ιατρικά στοιχεία δείχνουν ότι είχε μανιοκατάθλιψη και υπέφερε από ψυχωσικά επεισόδια και αυταπάτες. Πολλοί σύγχρονοι ψυχίατροι διατείνονται ότι ο βαν Γκογκ έπασχε από σχιζοφρένεια, ή πορφυρία, ή σύφιλη, ή διπολική διαταραχή και επιληψία.
Στο χωράφι με το σιτάρι…
Στις 27 Ιουλίου του 1890, ο βαν Γκογκ αυτοπυροβολήθηκε και πέθανε 2 μέρες μετά. Εικάζεται ότι πυροβολήθηκε στο χωράφι με το σιτάρι όπου ζωγράφιζε. Μετά τον σοβαρό αυτοτραυματισμό του, επέστρεαψε με τα πόδια στην κατοικία του, όπου νοσηλεύτηκε από δύο γιατρούς, οι οποίοι δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή.
Σύμφωνα με τον αδερφό του Tεό, τα τελευταία του λόγια ήταν «La tristesse durera toujours», που σήμαινε: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα»…
Το 1890, σε ένα γράμμα προς τον αδελφό του, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ είχε γράψει: «Ας μιλήσουν οι πίνακές μου, αντί για μένα». Την επόμενη μέρα αυτοκτόνησε. Οι πίνακές του εξακολουθούν να μας μιλούν για εκείνον.















































