Της Ελευθερίας Καλαμπαλή
Ονομάζομαι Καλαμπαλή Ελευθερία, έχω μεγαλώσει στον Μαραθώνα Αττικής και είμαι παιδί 4ης γενιάς Μικρασιατών και από τους δύο μου γονείς.

Μεγάλωσα μέσα στο χωριό του Μαραθώνα, στην περιοχή «Συνοικισμός», εκεί έμενε όλη η οικογένεια του πατέρα μου. Η μητέρα μου και η δική της οικογένεια έμεναν οκτώ χιλιόμετρα μακριά από τον Μαραθώνα, στο Κάτω Σούλι. Μικρασιάτες όλοι.
Για πολλά χρόνια θεωρούσα ότι η ονομασία «Συνοικισμός» ήταν μία αυθαίρετη ονομασία που είχε δοθεί σε μία συνοικία του χωριού. Κάθε άλλο!
Η ιστορία συνδέθηκε στο κεφάλι μου, όταν άκουσα τη μητέρα μίας συμμαθήτριάς μου να αποκαλεί υποτιμητικά τους κατοίκους του «Συνοικισμού» ως Τούρκους. Από εκεί ξεκίνησαν να μπαίνουν σε σειρά τα πράγματα. Λέγοντας «Συνοικισμό», εννοούμε τον Συνοικισμό Μικρασιατών προσφύγων.
Ποιος δεν γνωρίζει τον ιστορικό Μαραθώνα; Πόσοι, όμως, ξέρουν ότι στη Δημοτική αυτή Ενότητα, υπάρχουν Μικρασιάτες πρόσφυγες, ακριβώς όπως υπάρχουν στη Νέα Μάκρη και στη Ραφήνα; Κατοικούν σε δύο περιοχές, στον Συνοικισμό μέσα στο χωριό του Μαραθώνα και στο Κάτω Σούλι, το οποίο πρώτο-κατοικήθηκε από τους πρόσφυγες. Οι απόγονοί τους, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενιάς βρίσκονται εκεί και σέρνουν στις πλάτες τους τις ιστορίες της καταγωγής τους.
Προσωπικά, ερευνήτρια δεν με θεωρώ. Είμαι, μεταξύ άλλων, χορεύτρια και δασκάλα παραδοσιακών χορών και Μικρασιάτισσα.
Τα Σεβδίκια από το Σεβδίκιοϊ
Ο σύλλογός μας, ο Εξωραϊστικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος Μιλτιάδης Κάτω Σουλίου Μαραθώνα, πραγματοποιεί κάθε Σεπτέμβρη την ετήσια εκδήλωσή του με τίτλο «Τα Σεβδίκια», τιμώντας με αυτόν τον τρόπο το χωριό καταγωγής ενός μεγάλου μέρους των Μικρασιατών προσφύγων της περιοχής μας.
Το 2019 – οπότε και είχε πραγματοποιηθεί η εκδήλωση αυτή, ο εκλιπών συμπολίτης μας και ερευνητής Στέλιος Πλακίτσης, μάς τίμησε όχι μόνο με την παρουσία του, αλλά και με μία εισήγηση που τη θεωρούμε παρακαταθήκη και δώρο προς όλους όσοι ήμασταν εκεί. Τα στοιχεία που παραθέτω, βασίζονται στα λεγόμενα, αλλά και στα γραφόμενά του στο βιβλίο του «Δήμος Μαραθώνος, από τον Καποδίστρια στον Καλλικράτη, μία ιστορική διαδρομή». Επιπλέον όμως, η σημερινή μου εισήγηση –κατάθεση καρδιάς θα την πω εγώ– βασίζεται στις ιστορίες και διηγήσεις των μελών της οικογένειάς μου.
Με τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, έφτασαν στην περιοχή του Μαραθώνα Μικρασιάτες πρόσφυγες από τις περιοχές: Σμύρνη, Καγιάσι, Σεβδίκιοϊ, Κιρκιτζέ, Γέροντα, Βουρλά, Βουτζά, Κουρκουτζά, Αϊβαλί, Αττάλεια, Χορόκιοϊ, Τσεσμέ. Ένα μεγάλο μέρος –ίσως το μεγαλύτερο– προέρχεται από το χωριό Σεβντίκιοϊ, το λεβέντικο χωριό της Σμύρνης.
Σεβντίκιοϊ σημαίνει χωριό της αγάπης και του έρωτα. Από τις λέξεις Σεβντάς που σημαίνει αγάπη/έρωτας + Κιοϊ που στα τούρκικα σημαίνει χωριό. Σήμερα το Σεβντίκιοϊ, ονομάζεται Gaziemir και βρίσκεται δίπλα στο αεροδρόμιο της Σμύρνης «Μεντερές». Οι εκδηλώσεις του συλλόγου μας, ονομάζονται Σεβδίκια για να τιμήσουν τον τόπο καταγωγής των κατοίκων, αλλά και για να μας θυμίζουν από πού προερχόμαστε και για ποιο λόγο είμαστε εμείς σήμερα εδώ.
Εξήντα πέντε οικογένειες, άνθρωποι εκδιωγμένοι από τις πατρογονικές τους εστίες, αναγράφονται ένας προς έναν στο βιβλίο του Στέλιου Πλακίτση και γίνονται κάτοικοι στον Μαραθώνα και στο Νέο Συνοικισμό «Νέο Σεβντίκιοϊ» (εννοώντας το Κάτω Σούλι). Στα μητρώα του Μαραθώνα, εγγράφηκαν και πολλοί πρόσφυγες από τη Μάκρη και το Λιβίσι – δεδομένου ότι η κοινότητα της Νέας Μάκρης δεν είχε συσταθεί ακόμη, αλλά και από την Τριγλία Βιθυνίας (που πλέον μένουν στη Ραφήνα), προκειμένου να αποκτήσουν τα πολιτικά τους έγγραφα, απαραίτητα για τη διαβίωσή τους.
Όλο αυτό το προσφυγικό στοιχείο φιλοξενήθηκε σε σπίτια Μαραθωνιτών. Οι ελλείψεις πολλές και η καθημερινότητα δύσκολη. Η πεδιάδα του Μαραθώνα είναι σύμμαχος της ευημερίας, με τα χιλιάδες στρέμματα με τις πολλές παραγωγές, όπου εκτός από τα πατροπαράδοτα αμπέλια, σιτηρά και ελιές, καλλιεργούνται και καπνά.
Ο ερχομός των προσφύγων δημιουργεί και καπνοχώραφα με καπνοπαραγωγούς με το σύστημα της ΚΟΛΥΓΚΙΑΣ, δηλαδή οι ντόπιοι παραχωρούσαν το χωράφι και οι πρόσφυγες την καπνοπαραγωγή, μια που το είδος αυτό της καλλιέργειας προερχόταν από τις Χαμένες Πατρίδες. Η παραγωγή αυτή είχε τεράστια επιτυχία στην απόδοσή της, αλλά και στη διάθεση του παραγόμενου προϊόντος. Ήταν φιλί ζωής για τους ταλαιπωρημένους πρόσφυγες που βρήκαν το χαμόγελό τους μετά τη δοκιμασία του ξεριζωμού.
Άνοιξαν μαγαζιά, ακούστηκαν σαντούρια και βιολιά, χορευτικοί σκοποί και χοροί από την αξέχαστη Σμύρνη – Καρσιλαμάδες, Τσιφλετέλια, Γιουρούτικα, Αϊβαλιώτικα, Βουρλιώτικα και Ζεϊμπέκικα και τα καραφάκια με το ούζο γραφόντουσαν με τεμπεσίρι στο πόδι του ξύλινου τραπεζιού του καφενείου.
Η εγκατάσταση και η υποδοχή
Όταν πια οι πρόσφυγες αποφάσισαν να φύγουν από τους καταυλισμούς – τόπους υποδοχής, σύστησαν μία επιτροπή για να αποφασίσουν το πού θα εγκατασταθούν. Διαφωνούσαν, όμως, καθώς κάποιοι ήθελαν αστικά, κάποιοι αγροτικά. Πρώτα πήγαν στον Ωρωπό και συγκεκριμένα στον προσφυγικό οικισμό Νέα Παλάτια, αλλά δεν τους άρεσε. Στη συνέχεια, ήρθαν στον Μαραθώνα και εκεί γοητεύτηκαν από την ιστορία και από τον κάμπο. Οι οικογένειες του Μαραθώνα τούς υποδέχτηκαν χωρίς ανταλλάγματα (π.χ. ενοίκια), μοίρασαν το σπίτι τους, το τσουβάλι τους, έφαγαν μαζί, γίναν κουμπάροι, γίναν συμπέθεροι και τους βοήθησαν να ενταχθούν σταδιακά στην τοπική κοινωνία.
Αρχικά, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή «Συνοικισμός», που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού του Μαραθώνα. Στη συνέχεια, με τις απαλλοτριώσεις που έκανε το κράτος, πήραν ένα μεγάλο κομμάτι στο Κάτω Σούλι, το οποίο το χώρισαν σε τεμάχια. Επιπλέον, κάθε οικογένεια πήρε 33 στρέμματα στον βάλτο και πήραν και εξ αδιαιρέτου ένα κομμάτι στο βουνό Μαλιμάδι (υπάρχουν αναφορές ότι σήμερα το Μαλιμάδι το κατέχει ο Συνεταιρισμός καλλιεργητών Νέο Σεβδίκιο – σύλλογος που από ό,τι γνωρίζουμε έχει καταργηθεί. Το βουνό πάντως είναι ανεκμετάλλευτο έως σήμερα).

Όμως, το Κάτω Σούλι ήταν βάλτος και υπήρχε πολύ μεγάλο θέμα με την ελονοσία. Μάλιστα, πολλοί πρόσφυγες και Μαραθωνίτες πέθαναν από αυτήν. Ευαισθητοποιήθηκε η κοινοτική αρχή και κατέληξαν να φτιαχτεί ένας μεγάλος υγειονομικός σταθμός από το ίδρυμα Ροκφέλερ για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Επιπλέον, υπήρχε ένα δυναμικό 100 ατόμων για να καταφέρουν να εξοντώσουν τα κουνούπια από τον βάλτο. Γι’ αυτό τον λόγο, οι πρόσφυγες δεν ήρθαν εξαρχής στο Κάτω Σούλι.
Τα ξυλάγγουρα του Γιάγκου και οι γελάδες
Πρώτος πήγε ο Αναστάσιος Γιάγκος το 1930, έφτιαξε ένα σπίτι, φύτεψε ξυλάγγουρα και τα πουλούσε στον Μαραθώνα. Αναπτύχθηκε σιγά – σιγά και κάποια στιγμή πήγε στον συμπατριώτη του Γιώργο Βλαχάκη (πατέρα της γιαγιά μου, Πηγής Γεωργαλά), ο οποίος ήταν επιστάτης στο εργοστάσιο του Εμμανουήλ Μπενάκη και του είπε: «έχω 5 πεντόλιρα Κωνσταντινάτα. Δεν λες στον Μπενάκη να μου δώσει καμία γελάδα να φτιάξω κι εγώ κανένα βουστάσιο;» (καθώς ασχολούνταν τότε πολλοί στον Μαραθώνα με τις αγελάδες). Και του αποκρίνεται ο προ-πάππους μου ο Βλαχάκης:
«Όταν τον δω στα καλά του, θα του το πω». Πράγματι έτσι έγινε, του το είπε και ο Μπενάκης που ήταν άρχοντας, είχε 150 γελάδια, δεν του πήρε τις λίρες και του έδωσε δύο ζώα. Έτσι, ο Γιάγκος πήρε τα ζώα και έγινε από τους πρώτους που ανέπτυξαν την αγελαδοτροφία.
Περί το 1946 ξεκίνησε η ανάπτυξη στο Κάτω Σούλι, καθώς όλοι μιμήθηκαν το παράδειγμα του Γιάγκου και κατέβηκαν να αξιοποιήσουν τα κτήματά τους. Έτσι γίνηκαν ταβέρνες, έτσι έγινε μπακάλικο, έτσι έγινε καφενείο, εκκλησία, σχολείο.

Καπνοκαλλιέργεια και μνήμες του Πλακίτση
Ο Στέλιος Πλακίτσης μιλάει για ακόμα έναν πατριώτη πρόσφυγα, τον οποίο ονόμασε Γιάννη, όπου μέσα στις αποσκευές του βρήκε 2-3 οκάδες σπόρο από καπνό. Αυτό αποτέλεσε την σπίθα να ασχοληθούν οι πρόσφυγες με την καπνοκαλλιέργεια στον Μαραθώνα. Αυτός, ο Γιάννης, έμενε σε ένα σπίτι που ο ιδιοκτήτης του ήταν ο πρόεδρος του Συν/σμού Αποκατάστασης Γαιοκτημόνων Καλλιεργητών του Μαραθώνα και είχε διαθέσιμα χωράφια, κάτω από τον λεγόμενο «Συνοικισμό».
Έσπειρε 10 στρέμματα καπνό –μεγάλη παραγωγή– αλλά είχε και ζήτηση καθώς οι πρόσφυγες, 8 στους 10 κάπνιζαν τσιγάρο, τσιμπούκι, αργιλέ. Έτσι ξεκίνησε και η καπνοπαραγωγή και μάλλον έτσι εξηγείται γιατί δημιουργήθηκε στο σημείο αυτό ο συνοικισμός των Μικρασιατών εντός της κοινότητας του Μαραθώνα.
Θέλω να αναφέρω εδώ, τι μας είπε ο αείμνηστος Στέλιος Πλακίτσης για τους ανθρώπους Μικρασιάτες: «Ήταν κεμπάρηδες, ωραίοι χορευτές, γλεντζέδες. Να βλέπατε τον Μπουτζαλή να χορεύει απτάλικο μαζί με τον Στέλιο Κώστογλου. Τον Αμπαζά να χορεύει ζεϊμπέκικο χορό, το Γιουρούτικο. Ή άλλους να χορεύουν Αϊβαλιώτικα. Οι άντρες ζεϊμπέκικα, οι γυναίκες τσιφτετέλια.
Ο Αμπαζάς έλεγε: Τα δακτυλίδια φεύγουν, τα δάκτυλα μένουν.» (εννοώντας ότι τα υλικά χάνονται, μα τα χέρια μένουν).

Η συμβολή του Μπενάκη
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να κάνω μία αναφορά στον τοπικό άρχοντα, Εμμανουήλ Μπενάκη, που είχε τα κτήματά του και το αρχοντικό του στην είσοδο του Κάτω Σουλίου, όπου εκεί δούλεψαν πολλοί πρόσφυγες. Το κτήμα Μπενάκη ήταν σημείο αναφοράς για τους παλιούς κατοίκους και μάλιστα συχνά χρησιμοποιούσαν τη φράση «ό,τι βλέπει το μάτι σου, είναι του Μπενάκη!» Ήταν τεράστια η συμβολή του στην επιβίωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού της περιοχής στις τραγικές για τη χώρα μας εποχές. Ήταν μια ανάσα ζωής για τους ντόπιους, αφού εκεί δούλευαν ως βοσκοί, εργάτες, οδηγοί μηχανημάτων, οικονόμοι, μάγειροι και επιστάτες.
Η γιαγιά μου, αυτή που μένει στο συνοικισμό του Μαραθώνα, μου είχε διηγηθεί ιστορίες για το πώς πήγαιναν με τον παππού μου αχάραγα με τα πόδια από τον Μαραθώνα για δουλειά στα χωράφια του Μπενάκη στο Κάτω Σούλι και επέστρεφαν νύχτα αποκαμωμένοι για να το ξανακάνουν και την επόμενη και τη μεθεπόμενη ημέρα. Δούλεψαν πολλές οικογένειες προσφύγων εκεί. Και εκείνοι και τα παιδιά τους.
«Στον πόλεμο δεν υπάρχει καλός»
Έχω συγκεντρώσει πολλές ιστορίες όλα αυτά τα χρόνια –όλες μοναδικές– δύο όμως θα διηγηθώ σε εσάς και με αυτές θα κλείσω την αναφορά στους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Μαραθώνα.
Η πρώτη ιστορία αφορά στην οικογένεια του Χρήστου Γεωργαλά, με τη γυναίκα του Βασιλικώ και τα τρία τους παιδιά, Μαρία -7 ετών, Μαρίκα – 5, Γιάννη – 1 , Γιώργο – 3. Διηγείται η σύζυγος του Γιώργου, Γεωργία Γεωργαλά το γένος Κώστογλου:
«Είναι 1922, η οικογένεια του Χρήστου Γεωργαλά, η σύζυγός του Βασιλικώ και τα τρία τους παιδιά, συνωστίζονται κάπου στο λιμάνι, έχοντας εγκαταλείψει το βιος τους στο χωρίο τους, Καγιάσι, προάστιο της Σμύρνης, προκειμένου να καταφέρουν να μπουν σε μία βάρκα για να περάσουν απέναντι στην Ελλάδα. Έχουν κρύψει στον κόρφο του 3χρονου γιου τους, Γιώργου, μία εικόνα του Αγίου Γεωργίου και προσεύχονται. Είναι το μόνο που τους έχει μείνει να κάνουν. Ούτε και οι ίδιοι πιστεύουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν. Έχουν μαζί τους την κόρη τους, τη Μαρία, κοπελίτσα… είναι οικογένεια πολυμελής, είναι όλοι πολύ ψηλοί για να περάσουν απαρατήρητοι. Και δεξιά-αριστερά, βλέπουν…
σκοτωμοί, βιασμοί, οικογένειες χωρίζονται, παίρνουν τους άντρες, τους βασανίζουν. Με δυσκολίες τα καταφέρνουν και αποβιβάζονται στον Μαραθώνα, στην περιοχή Συνοικισμός και από εκεί στο Κάτω Σούλι, όπου και θα ζήσουν όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους. Πιστεύουν ότι τους βοήθησε ο Άγιος Γεώργιος, η εικόνα που κουβαλούσε στον κόρφο του ο μικρός τους γιος, ο Γιώργος που έχει το όνομα του Αγίου. Η εικόνα βρίσκεται στο σπίτι της οικογένειας έως και σήμερα.»
Τη δεύτερη ιστορία μου τη διηγήθηκε προσωπικά το 1997, η Μαρία που ανέφερα προηγουμένως ως τη μεγάλη κόρη της οικογένειας. Διηγείται η Μαρία Πολυκράτη το γένος Γεωργαλά γεννημένη το 1915 στη Σμύρνη:
«Ζούσαμε αρμονικά στο χωριό. Έλληνες και Τούρκοι δεν έχουν διαφορές. Άνθρωπος με άνθρωπο, γείτονας με γείτονα, είναι φίλοι. Έχω φίλους, έχω γειτονόπουλα και παίζουμε μονιασμένα, Έλληνες, Τούρκοι, δεν έχει σημασία.
Ο πόλεμος ξεκινά και όλοι βλάπτουν όλους. Και οι Έλληνες σκότωναν και βίαζαν και οι Τούρκοι σκότωναν και βίαζαν. Μπήκαν οι Έλληνες στο χωριό και τα Τουρκάκια, οι φίλοι μου, σκαρφάλωσαν στο κυπαρίσσι στην πλατεία. Οι στρατιώτες έβαλαν φωτιά και κάηκαν όλα. Πόνος παντού, πόνος από όλους. Δεν φταίνε οι λαοί, είναι πόλεμος και στον πόλεμο δεν υπάρχει καλός. Κάνεις δεν είναι καλός στον πόλεμο.»

Ο μικρός αδερφός της οικογένειας Γεωργαλά, το στερνοπαίδι – ο παππούς μου, που γεννήθηκε στην Ελλάδα, μου ζήτησε πριν χρόνια, να γίνει στο χωριό κάτι που θα θυμίζει στους νέους την καταγωγή τους. Να μάθει το Κάτω Σούλι, να μάθουν οι άνθρωποι, πώς δημιουργήθηκε ο οικισμός, ποιοι τον φρόντισαν, ποιοι τον πρωτο-έσκαψαν, ποιοι τον πρωτο-όργωσαν, ποιοι ήταν οι πρώτοι που στοίβαξαν εκεί τις πίκρες τους, τον πόνο τους και σήκωσαν ψηλά το κεφάλι και έκαναν ξανά όνειρα και έκαναν οικογένειες.
Εκεί κάτω από την εκκλησία που οι ίδιοι έχτισαν, πλέον όχι μόνο αναγράφονται ένα προς ένα τα ονόματα των πρώτων οικογενειών Μικρασιατών προσφύγων, αλλά βρίσκεται και ένα μικρό μαρμάρινο περιστέρι για να θυμίζει.
Από κάτω γράφει τα λόγια της θείας μου Γεωργίας Γεωργαλά, το γένος Κώστογλου:
«Όπως πετάνε τα πουλιά
με μπόρες και λιακάδα,
Έτσι πετάξαμε κι εμείς
κι ήρθαμε στη μάνα Ελλάδα»
Τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία της πρώτης και δεύτερης γενιάς να μην ξεχάσουν οι νέοι από πού προέρχονται, που έκανε τη θεία να φτιάξει με τα χεράκια της ένα άλμπουμ με όσα ιστορικά στοιχεία μπορούσε να βρει η ίδια και στα οποία είχε πρόσβαση, από εφημερίδες, εγκυκλοπαίδειες και βιβλία, ώστε να μπορούν να μελετήσουν οι επόμενες γενιές. Γνώση που για εμάς το 2022 είναι τόσο εύκολο να αποκτήσουμε, αλλά για εκείνη, όταν το έφτιαχνε, δεν ήταν καθόλου.
Υπάρχει μικρασιατική κοινότητα στον Μαραθώνα και είναι αλήθεια ότι αυτό δεν είναι γνωστό. Για κάποιον λόγο, οι Μικρασιάτες σε αυτό το μέρος δεν κατάφεραν να συσπειρωθούν. Ίσως γιατί ήταν πραγματικά λίγοι σε σχέση με τους ντόπιους κατοίκους, ίσως γιατί ο Μαραθώνας είναι από τις πιο ιστορικές περιοχές στον κόσμο και η ιστορία του κατάπιε τις ιστορίες των προσφύγων, ίσως γιατί και οι ίδιοι οι πρόσφυγες ήθελαν απλά να ενσωματωθούν και απλά να ξεχάσουν.
Όποιοι και να είναι οι λόγοι, δεν είναι αργά να κάνουμε μια προσπάθεια να βγάλουμε προς τα έξω το στοιχείο αυτό.
Από τις οικογένειες που ήρθαν στον Μαραθώνα, κάποιες εγκαταστάθηκαν εκεί –στο συνοικισμό Μικρασιατών στο Μαραθώνα ή στο Κάτω Σούλι– αλλά πολλές έφυγαν για Αθήνα, Αιγάλεω, Περιστέρι, Κοκκινιά, Πειραιά, Κρήτη και σε ένα σωρό άλλα μέρη. Το Κάτω Σούλι ποτέ δεν ονομάστηκε Νέο Σεβδίκιοϊ ή Νέο Σεβδίκιο, ίσως γιατί δεν κατάγονταν όλοι οι Μικρασιάτες από το Σεβδίκιοϊ και δεν τα έβρισκαν στο όνομα. Πόσο κρίμα αλήθεια, να μην υπάρχει ένα χωριό εδώ στην Ανατολική Αττική που να ονομάζεται… το χωριό του έρωτα!




















































