Τις έξι ώρες μάχης με τα κύματα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι περιέγραψε η Σουμέλα Χατζηλαζαρίδου, που βρέθηκε από την Αργυρά Ακτή κοντά στην Λούτσα πριν τελικά λυτρωθεί από ένα καΐκι.

«Κατά τις πέντε πήγα να πάρω το μαγιό μου από την απλώστρα για και διαπίστωσα ότι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Έβαλα την τηλεόραση και είδα μόνο για φωτιά στην Κινέτα.

Πήρα τα παιδιά μου μήπως έχουν ακούσει κάτι. Όσο μιλούσα με την κόρη μου έγινε διακοπή ρεύματος. Βγαίνω έξω, κοιτάζω και η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη σε σχέση με 20 λεπτά νωρίτερα. Φωνάζω τη γειτόνισσα, μου λέει «λένε για φωτιά στην Καλλιτεχνούπολη».

Ξαφνικά είδα καύτρες και τους λέω φεύγουμε, ετοιμαστείτε. Θα έπαιρνα κι εγώ κάποιους γιατί έμεναν 6 ενήλικες σε εκείνο το σπίτι 68 ετών και άνω και μια γυναίκα με κινητικά, την οποία αφήσαμε πίσω» τόνισε αρχικά και συνέχισε:

«Ολοι οι δρόμοι ήταν μποτιλιαρισμένοι. Τους λέω βγαίνουμε από τα αμάξια και πάμε στη θάλασσα. Έφυγαν τρέχοντας, εγώ έφτασα λίγο αργότερα. Φώναζα τα ονόματα τους για να τους βρω. Είχε παρά πολύ κόσμο. Η κατάσταση στην παραλία της Αργυράς Ακτής ήταν τραγική. Η παραλία χωράει 50 άτομα και είχε 300. Δεν τους έβρισκα. Πετάγονταν παντού πυρακτωμένα σίδερα, ξύλα, πιάνει φωτιά κι ένα εστιατόριο στην παραλία. Άρχισαν εκρήξεις. Μπήκα με τις παντόφλες στη θάλασσα και μιλούσα με κόσμο που με ρωτούσε αν έχω δει τους δικούς τους.

Η Θεοδώρα μου λέει να δω κάτι, γυρίζω να δω και μέχρι να ξαναγυρίσω το κεφάλι, δεν υπήρχε η Θεοδωρα. Δεν υπήρχε όλη η παρέα. Φουρτούνιασε η θάλασσα είχε 10 μποφόρ. Άρχισα να κολυμπάω στη θάλασσα. Όλα ήταν μαύρα.

Επικρατούσε αφόρητη σιωπή. Φανταστείτε έναν άνθρωπο 65 χρόνων, να είναι στο σκοτάδι το απόλυτο και μέσα στα κύματα».

«Κατάλαβα ότι δε θα επιζήσω»

«Κατάλαβα ότι δε θα επιζήσω. Τότε στράφηκα στην Παναγία και είπα «αν θέλεις να χαθώ, να χαθώ τώρα, αλλιώς δείξε μου τα σημάδια σου». Πέντε λεπτά μετά άκουσα φωνές ανθρώπων. Φώναζαν κι αυτοί μήπως έρθουν πλοία ή εναέρια. Μου έλεγαν δε σε βλέπουμε. Φωνάζαμε για να βρεθούμε. Ήταν εξι άτομα. Αντιμετωπίσαμε πολλά στη θάλασσα. Είχε τσούχτρες. Είμαι αλλεργική. Η Βάσια ρωτούσε τη μαμά της (σ.σ. Αθηνά Μουτάφη) συνεχώς «θα πεθάνουμε; Θα πνιγούμε;».

Τότε δεν ξέραμε ότι είχαν χάσει νωρίτερα τον αδελφό της και τη φίλη της μαμάς της (σ.σ. Βίκτωρας και Αιμιλία). Κάποια στιγμή είχε έρθει πάνω μου κάτι σαν ξύλο. Δεν ήταν ξύλο, ήταν πτώματα. Αρχίσαμε να έχουμε κράμπες. Εγώ ήμουν αισιόδοξη. Λέω είμαστε τόσο κοντά στην Αθήνα θα μας βοηθήσουν! Τίποτα! Κανείς!

Όσο ήμασταν κοντά στο καΐκι που ήρθε κοντά μας, εμφανίστηκαν κι άλλοι άνθρωποι. Μια γυναίκα πήγε να ανεβεί κι έπαθε ανακοπή. Εκεί έμαθα ότι είχαμε φτάσει στην Αρτέμιδα, στη Λούτσα. Από τότε φοβάμαι το σκοτάδι, τη σιωπή, μετατραυματικό στρες και κατάθλιψη μου διέγνωσαν».

Προηγούμενο άρθροΠόσο στενή σχέση έχουν τελικά το αλκοόλ και ο καρκίνος;
Επόμενο άρθροΔίκη για Μάτι: «Άθλιο και χυδαίο να ρίχνουν την ευθύνη στα θύματα»