Μια σημαντική προσωπικότητα του επιχειρείν έφυγε από τη ζωή. Ο Στράτος Τζατζιμάκης, ιδρυτής της εταιρείας εμπορίας γυαλιών ηλίου και οράσεως «Στράτος Τζατζιμάκης» ΟΕ και εκπρόσωπος στη χώρα μας μεγάλων οίκων από την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά μας.
Την απώλειά του έκανε γνωστή η σύζυγός του Έλλη Ματθαιάκη, ενώ τα συλλυπητήριά του εξέφρασε δημόσια και ο Εμπορικός Σύλλογος Νέας Μάκρης.
Η κηδεία του θα τελεστεί αύριο Πέμπτη στις 12.00 το μεσημέρι από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Μάτι.
Η οικογένεια επιθυμεί αντί στεφάνων την ενίσχυση του συλλόγου “Ελπίδα” φίλων παιδιών με καρκίνο www.elpida.org
Απόσπασμα από παλιότερη συνέντευξή του στο Βήμα
Γεννήθηκε σε ένα χωριό της Κρήτης το οποίο βρίσκεται στο Φαράγγι της Σαμαριάς, στην Αγία Ρουμέλη, το 1944, γόνος μιας τυπικής ελληνικής οικογένειας της επαρχίας με τέσσερα παιδιά. Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο σε μια γειτονική κωμόπολη. Το 1962 ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει. Ονειρό του ήταν να μπει στη Γυμναστική Ακαδημία, όντας ο ίδιος αθλητής, κάπου στον δρόμο όμως και λόγω των συγκυριών βρέθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο να σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες.
Παράλληλα με τις σπουδές του δούλευε, όπως και πολλοί άλλοι νέοι της εποχής, «όπου υπήρχε μεροκάματο», όπως λέει χαρακτηριστικά. Τώρα πια κοιτάζοντας πίσω συνειδητοποιεί ότι για το «ψωμί» έκανε όλες τις πιθανές για έναν φοιτητή εργασίες. Η πρώτη δουλειά του ήταν να μπογιατίζει κάγκελα. Στη συνέχεια δούλεψε σε οικοδομές, μάζευε τις εφημερίδες και τα υπολείμματα των νυχτερινών επισκεπτών των αλσυλλίων του Φιλοπάππου και της Ευελπίδων, εργάστηκε στην υπηρεσία τροφοδοσίας του φωταερίου, ξεμπάζωνε οικοδομές με κασμά, φτυάρι και ζεμπίλι, κράταγε τη γραμματεία σε φροντιστήριο φοιτητών και, τέλος, εργάστηκε ως εμποροϋπάλληλος.
Δέκα μήνες μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας συνελήφθη και οδηγήθηκε, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και απόψεων, στη Γενική Ασφάλεια, η οποία τότε ήταν στην οδό Μπουμπουλίνας. Ετσι έληξε άδοξα η θητεία του κ. Ευ. Τζατζιμάκη ως εμποροϋπαλλήλου.
Εκεί πέρασε 100 ημέρες πνευματικού βιασμού και σωματικής ταλαιπωρίας, για να περάσει τα επόμενα τρία χρόνια εξόριστος στη Γυάρο και στη Λέρο. Το 1971 επέστρεψε από την εξορία με τη μαζική απελευθέρωση των πολιτικών εξορίστων. «Το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζα και ήταν η κυρίαρχη σκέψη μου, αλλά και σκέψη όλων των συγκρατουμένων μου, ήταν τι θα έκανα μετά. Τότε οι πόρτες για έναν πρώην πολιτικό κρατούμενο ήταν κλειστές για οποιαδήποτε εργασία. Για καλή μου τύχη ο τελευταίος εργοδότης μου, με το άκουσμα της αναγγελίας για την απελευθέρωσή μας, είχε βρει την τότε αρραβωνιαστικιά μου και νυν σύζυγό μου, με την οποία έχουμε αποκτήσει τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, και της μήνυσε να πάω στη δουλειά με το που θα γύριζα.
»Ετσι ξεκίνησα να εργάζομαι ως πλασιέ γυαλιών οράσεως με πρώτο μισθό τις 3.000 δρχ. τον μήνα. Εργάστηκα εκεί για τρία συνεχόμενα χρόνια, γυρνώντας την Αθήνα με λεωφορεία, φορτωμένος με κάτι τεράστιες βαλίτσες, με αποτέλεσμα οι συνεπιβάτες μου να με λούζουν κάθε φορά με όλων των ειδών τα κοσμητικά επίθετα γιατί τους χαλούσα τη βολή τους. Εμαθα την αγορά σαν την παλάμη μου».
Το 1978 ήταν χρονιά-σταθμός για τη μετέπειτα επιχειρηματική πορεία του, αφού για πρώτη φορά ανοίγει με δύο συνέταιρους και με ελάχιστο κεφάλαιο τη Στράτος Τζατζιμάκης ΟΕ, εταιρεία εμπορίας γυαλιών ηλίου και οράσεως. «Τα χρήματα ήταν λίγα, δεν έφθαναν ούτε για τον εκτελωνισμό της πρώτης παραγγελίας μας από την Ιταλία, η πίστη όμως στη δουλειά αυτή και το γεγονός ότι κάναμε άνοιγμα σε μια αγορά τελείως καινούργια, ανέγγιχτη και όχι κορεσμένη, αποτελούσε για μένα εγγύηση. Τότε συνειδητοποίησα ότι η πίστη στο αντικείμενό σου και η αγάπη για αυτό είναι το κύριο συστατικό για την απόκτηση χρημάτων. Το ρίσκο της επέκτασης της επιχείρησης στην ελληνική αγορά και η πεποίθηση ότι αυτό θα έφερνε κερδοφορία απέδωσε και επιβεβαίωσε την ορθότητα της παρορμητικότητάς μου».
Η Στράτος Τζατζιμάκης ΑΕ, της οποίας κατείχε πλέον το 50%, έφθασε το 1991, έχοντας στο χαρτοφυλάκιό της και ως μεγαλύτερο όπλο της την επωνυμία Vogue (η οποία κατείχε ποσοστό επί του συνολικού τζίρου μεγαλύτερο του 25%) να κάνει τζίρο 3 δισ. δρχ., εκπροσωπώντας παράλληλα και διάφορους άλλους οίκους από την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Την ίδια εποχή η Luxottica εξαγόραζε στην Ιταλία την επωνυμία Vogue.
«Η πρώτη επαφή με τη «μαμά εταιρεία» έγινε το 1991 σε μια έκθεση στο Παρίσι, όπου ο ιδιοκτήτης της Luxottica κ. Leonardo del Vacchio ζήτησε να με δει. Τότε μου ανήγγειλε ότι η Luxottica είχε αποφασίσει να ιδρύσει θυγατρική στην Ελλάδα με συνέταιρο ή μόνη της. Η απόφαση ήταν αστραπιαία. Ηταν τιμή για μας να εκπροσωπήσουμε μια τέτοια εταιρεία. Απάντησα θετικά αμέσως, χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, μέτρησα την ευκαιρία που μου παρουσιάστηκε, ακολούθησα το ένστικτό μου και τόλμησα. Λίγο αργότερα η εταιρεία μου ονομαζόταν Luxottica Hellas, και εγώ κατείχα σε αυτή μαζί με τον συνέταιρό μου το 49%. Αργότερα ο συνέταιρός μου αποχώρησε. Τώρα έχω το 30% της εταιρείας και η μητρική το 70%».
«Η διορατικότητα, η επένδυση σε μια νέα «παρθένο» αγορά, το επαγγελματικό ρίσκο και ο προγραμματισμός είναι τα κύρια στοιχεία της επαγγελματικής πορείας μου» λέει χαρακτηριστικά ο κ. Τζατζιμάκης και συνεχίζει: «Εκείνο όμως που με βοηθά είναι ότι τηρώ αρχές στις εμπορικές συναλλαγές μου και σωστές σχέσεις με το προσωπικό, το οποίο αισθάνομαι πια σαν οικογένειά μου».
















































