Ένα ύστατο «Χαίρε» στον Γιώργο της διπλανής πόρτας, που αγαπούσε τα σκυλιά του, τους φίλους του και τον Νέο Βουτζά

Γράφει η Αναστασία Ευαγγελίου – Ρίζου

«Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά, κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά…». Από την «Οδό Ονείρων» του Χατζιδάκι, το 1962. Μια μικρή συμμετοχή, αλλά με μεγάλο αντίκτυπο ήταν το πρώτο βήμα για τον Γιώργο Μαρίνο, σε μια πορεία που θα τον αναδείκνυε στον πρώτο Έλληνα περφόρμερ, έναν πρωτοπόρο της σάτιρας και του ελληνικού καμπαρέ, που έζησε με θάρρος και αυθεντικότητα.

«Δεν ήθελα απλώς να πω τραγούδια. Ήθελα να φτιάξω μικρό θέατρο μέσα στη μουσική», εξηγούσε.

Ο Γιώργος Μαρίνος δεν χωρά σε έναν μόνο τίτλο. Δεν ήταν μόνο τραγουδιστής ή ηθοποιός ή παρουσιαστής. Ήταν μια προσωπικότητα, που δημιούργησε το δικό της σύμπαν πάνω στη σκηνή, παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην ελληνική πραγματικότητα ένα ολοκληρωμένο ζωντανό θέαμα, όπου τραγούδι, σάτιρα, θεατρικότητα, αυτοσχεδιασμοί συνυπήρχαν.

Τη δεκαετία του ’70, στις μπουάτ όπου εμφανιζόταν, διαμόρφωσε σταδιακά την ιδιαίτερη περσόνα του και δημιούργησε το δικό του ξεχωριστό ύφος που τον καθιέρωσε. Αιχμηρό χιούμορ, καυστικές ατάκες, ποτέ, όμως, προσβλητικές.

Δεν φοβήθηκε να είναι διαφορετικός, με εκείνη την αφοπλιστική αυθεντικότητα, σε εποχές που η αλήθεια κόστιζε. Τόλμησε να σατιρίσει πολιτικούς και καλλιτέχνες, τότε που η πολιτική σάτιρα ήταν σχεδόν απαγορευμένη. Σ’ αυτήν τη βαθιά συντηρητική κοινωνία, στάθηκε με θάρρος και μίλησε ανοιχτά για την σεξουαλικότητά του, λειτουργώντας έτσι, απελευθερωτικά για μια γενιά ανθρώπων που ένιωθε εγκλωβισμένη.

Μαγνήτιζε το κοινό και σε κέρδιζε αυτόματα με την αδιαπραγμάτευτη σοβαρότητα και την έμφυτη αξιοπρέπειά του. Με ξεχωριστή αισθητική, δημιουργικό πνεύμα, τόλμη, αλλά και ευαισθησία, κατάφερε να δημιουργήσει βραδιές- θρύλους!

Παράλληλα, η συμμετοχή του σε τηλεοπτικά προγράμματα τον έκανε γνωστό κι αγαπητό στο ευρύτερο κοινό.

Αναζητώντας τον άνθρωπο πίσω από τα φώτα της σκηνής, θα συναντήσουμε μια πιο ήσυχη και εσωστρεφή πλευρά του. Αρκετά μοναχικός, με βαθιά αγάπη για τη ζωή, τις μικροχαρές της καθημερινότητας και τη ζεστασιά της παρέας. Έτσι τον γνωρίσαμε στη μικρή κοινωνία του Νέου Βουτζά, όπου ζούσε με τις μεγάλες του αγάπες: τη μητέρα του και τα σκυλιά του.

Καλλιεργημένος, πάντα ευγενικός, αξιοπρεπής και βαθιά ανθρώπινος. Για τους γείτονες και φίλους, ο Γιώργος ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ο συντοπίτης, μια οικεία παρουσία που περπατούσε στους ίδιους δρόμους, συγχρωτιζόταν με τους ανθρώπους του οικισμού, έπαιζε τένις στα ίδια γήπεδα με όλους μας. Απλός, προσηνής και φιλικός. Ήξερε να ακούει, να στηρίζει και να μοιράζεται στιγμές. Ήταν ο λαμπερός καλλιτέχνης που καταδεχόταν τη συντροφιά μας στους κήπους και τα μπαλκόνια μας, στο σπίτι του, όπου περάσαμε αλησμόνητες βραδιές.

Όσοι είχαμε την τύχη να μοιραστούμε ώρες μαζί του, θα θυμόμαστε πάντα τις συζητήσεις, τα αστεία, τα γέλια, τα παιχνίδια ‒ ιδιαίτερα την αγαπημένη του παντομίμα. Η δημιουργικότητά του δεν περιοριζόταν μόνο στην σκηνή, αποτυπωνόταν και στον τρόπο που σχετιζόταν με τους ανθρώπους: ζεστασιά, κατανόηση κι ανοιχτή καρδιά. Η φιλία του είχε βάθος και αυθεντικότητα.

Υπήρξε ιδιαίτερα δοτικός για τον οικισμό. Ήταν ο ενεργός πολίτης που νοιαζόταν, πρόθυμος να προσφέρει διαρκώς και αθόρυβα, με στιβαρή σεμνότητα, αφιερώνοντας χρόνο, κόπο και στηρίζοντας οικονομικά. Στάθηκε αρωγός στον Εξωραϊστικό Σύλλογο και υποστηρικτής σε σημαντικές πρωτοβουλίες της τοπικής κοινωνίας, όπως ήταν η ανέγερση του ναού του Αγίου Ιωάννη, σε συνεργασία με την τότε πρόεδρο Μαίρη Μαράτου.

Το αποτύπωμά του στην κοινότητα υπήρξε βαθύ. Όσοι βρέθηκαν κοντά του τον κρατούν σήμερα στη μνήμη τους με αγάπη και σεβασμό.

Τα τελευταία χρόνια, η απόφασή του για μια αδιαπέραστη ιδιωτικότητα κι απομόνωση στο σπίτι του, αρχικά, κι αργότερα σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, δεν ήταν φυγή, αλλά μια συνειδητή επιλογή να κλείσει τον κύκλο της δημόσιας παρουσίας του με τους δικούς του όρους, προστατεύοντας το κύρος του από τη φθορά του χρόνου, μακριά από τον θόρυβο που ο ίδιος υπηρέτησε με τόσο ταλέντο.

«Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα

κι εγώ ο πολύς, ο σπουδαίος,

θα φύγω απ’ την πίσω την πόρτα

σκυφτός, σιωπηλός, τελευταίος»

Με αυτό το συγκλονιστικό, αυτοαναφορικό τραγούδι συνήθιζε να κλείνει τις παραστάσεις του.

Τα φώτα της σκηνής έσβησαν για τον Γιώργο Μαρίνο οριστικά, στις 10 Μαρτίου 2026, μακριά από τη λάμψη και τη δημοσιότητα.

Όμως το φως παραμένει, γιατί ήταν ο ίδιος φως…

Οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν φεύγουν ολοκληρωτικά. Συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στο έργο τους, στη μνήμη όσων τους γνώρισαν, στο κενό που άφησαν πίσω τους.

Αυτό που μένει δεν είναι ο θόρυβος της στιγμής, αλλά ο απόηχος της μνήμης, που όπως λέει και η Κική Δημουλά, «…θα ξαναβρεί το λέγειν της, να δίνει ωραίες συνταγές μακροζωίας σε ό,τι έχει πεθάνει».

Αποχαιρετώντας τον Γιώργο Μαρίνο, αποχαιρετούμε μαζί και μια ολόκληρη εποχή. Τον ευχαριστούμε για όσα μας χάρισε. Για μας θα παραμένει πάντα ένας ευαίσθητος άνθρωπος με παιδική ψυχή, αυθεντικότητα, πηγαίο ταλέντο, φωτεινό χαμόγελο, αστείρευτο χιούμορ και παραδειγματική αξιοπρέπεια, με την οποία πορεύτηκε μέχρι το τέλος.

Θα τον θυμόμαστε πάντα να αγναντεύει τη θάλασσα από τον Βουτζά, με εκείνη την αρχοντική του παρουσία που έκανε τον οικισμό μας λίγο πιο φωτεινό.

Η ανάγκη μας για ένα ύστατο «χαίρε».

Προηγούμενο άρθροΔήμος Μαραθώνα για ΧΥΤΑ: Έγινε ένα βήμα αλλά ακόμα δεν έχουμε τελειώσει
Επόμενο άρθροΠωλείται η θαλαμηγός Christina O του Αριστοτέλη Ωνάση – Ζαλίζει η τιμή της (φωτογραφίες)