Του Μιχάλη Π. Δελησάββα (Ιατρού, συγγραφέα)

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η «Έξοδος», ο εκτοπισμός και ο διωγμός των Μικρασιατών Ελλήνων χριστιανών από τις πατρογονικές τους εστίες, υπήρξαν από τις μεγαλύτερες συμφορές που γνώρισε ο ελληνισμός. Δεν είναι μόνο οι χιλιάδες πρόσφυγες που ζήτησαν καταφύγιο και εστία στην Ελλάδα ή εκείνοι που πέθαναν κατά τον διωγμό και έμειναν άταφοι.

Είναι και οι πόλεις της Μικράς Ασίας που εξαφανίστηκαν μαζί με τους κατοίκους τους. Πόλεις με ιστορία, πολιτισμό, ήθη, έθιμα και ζηλευτή δημοκρατική αυτοδιοικητική οργάνωση, τις δημογεροντίες.

Η Αγροτική Προσφυγική Ομάδα «Νέα Μάκρη» σε γενική συνέλευση το 1925

Γι’ αυτό, προσεγγίζοντας ένα τεράστιας σημασίας εθνικό θέμα σαν αυτό της «Εξόδου», ας μένουμε σιωπηλοί και με το κεφάλι χαμηλά, αναλογιζόμενοι το πένθος της καταστροφής και της απώλειας «μη (ποιούντες) κραυγήν, αλλά σιγή το πένθος φέρειν», όπως έκαναν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες για τους νεκρούς τους στα Λεύκτρα.

Όταν μου ζητήθηκε από τον καλό μου φίλο, Μάκη Κουλουμπή, να εξιστορήσω τα της εγκατάστασης των Μακρηνολιβισιανών προσφύγων στην Ξυλοκέριζα και μετά από τα τόσο όμορφα και εμπεριστατωμένα άρθρα της Δέσποινας Δαμιανού και του Μιλτιάδη Βράτσου στο αμέσως προηγούμενο τεύχος της MP, θεώρησα χρέος μου να καταθέσω τις εμπειρίες μου…

Το μοναστήρι της Αγ. Παρασκευής, η καμαρωτή είσοδος, το αρχονταρίκι του στα λευκά και στο βάθος τα νέα κτίσματα

Ο Τόπος

Ποιος ήταν ο τόπος αυτός, η Ξυλοκέριζα όπου ήρθαν να εγκατασταθούν οι πρόγονοί μας; Ήταν ο πλέον κατάλληλος, ο πιο εύφορος, ο πιο υποσχόμενος; Και υποσχόμενος τι, όταν στην άκρη της μικρής κοιλάδας προς τον Μαραθώνα, από τον Βάλτο (την Μπρεξίζα), σηκώνονταν ημέρα και νύχτα τα κουνούπια και η ελονοσία θέριζε; Μήπως χρησιμοποίησαν μέχρι τουλάχιστον το 1970 το Λιμανάκι και τη θάλασσα, τον υπέροχο αυτό Κόλπο του Μαραθώνα για τις θαλάσσιες μεταφορές τους; Μήπως είδαν και με τον ίδιο τρόπο και την ίδια την Αθήνα ενώ ήταν φτωχοί, για την ανάπτυξη του εμπορίου τους;

Εργάτες και τεχνίτες στο τουβλοκάμινο του Σάββα Τζιλάβη στη Νέα Μάκρη γύρω στο 1956 με 1960

Ένα ειδυλλιακό, θαυμάσιο τοπίο με μοναδική φυσική ομορφιά, από την πρώτη στιγμή μέχρι και σήμερα, ήτανε πάντοτε γι’ αυτούς η Ξυλοκέριζα. Με την καταγάλανη θάλασσα και την Εύβοια δεξιά που έχει στο βάθος τον Κόλπο του Μαραθώνα. Με τα βουνά «γραμμένα» και καταπράσινα από τα πεύκα, αριστερά σου και μετά τον πευκιά να απλώνεται ήσυχη και δροσερή η μικρή κοιλάδα της Νέας Μάκρης, με τον ελαιώνα και το μοναστήρι.

Τα πράγματα, βέβαια, δεν ήταν ιδανικά τον πρώτο καιρό και γι’ αυτό υπάρχει η μαρτυρία του συγγραφέα Νικ. Εμμ. Καραγεωργίου, ο οποίος γράφει στο «Μάκρη και Λιβίσι» και μάλιστα ως παθών και αυτόπτης μάρτυρας: «Ο τόπος που ήρθαμε να κατοικήσουμε ήταν γεμάτος πέτρες, σχοίνα και αγριοπούρναρα… Πουθενά νερό…. Και οι άνθρωποί μας πέθαιναν κάθε μέρα από την ελονοσία και τις κακουχίες… Ο τόπος αυτός ήταν για μας “Κρανίου Τόπος”».

Ο Εθνικός Ν. Μάκρης γύρω στο 1956-57. Καθιστοί από αριστερά: Νίκος Καρατζάς, Λάζαρος Παπαϊωάννου, Γιάννης Καφετζής, Λούης Καρατζάς, Κυριάκος Παπόγλου, Αντώνης Ρεντούμης. Όρθιοι: Αργύρης Τσακιργιάννης, Μιχάλης Καλιντζής, Παναγιώτης Παλτήρης, Βαγγέλης Σωτηρίου και Νίκος Κούρτης

Κι όμως, δεν έφυγαν, έμειναν εδώ, στη νέα πατρίδα, μέσα στην αγκαλιά της και επέμειναν. Δεν ήθελαν να γίνουν για δεύτερη φορά πρόσφυγες. Και νίκησαν, νίκην μεγάλην. Έπεσαν πάνω στην άγονη γη τους και με τις αξίνες την ξεχέρσωσαν, τη φύτεψαν, άνοιξαν πηγάδια, έβαλαν περιβόλια. Επιβίωσαν.

Ε, λοιπόν, εγώ που τον βίωσα και τον κατέγραψα αυτόν τον αγώνα στην «Ιστορία μου», τον βρίσκω μεγάλο και μεγαλειώδη. Γιατί αυτός είναι από τους δύσκολους αγώνες. Το 1931 έγινε η αποξήρανση του Βάλτου από το ίδρυμα Ροκφέλερ. Και σε όλη την Κατοχή, ο Βάλτος, αντιστρέφοντας τους ρόλους, έδωσε ζωή στους κατοίκους, που στη γη του φύτευαν «ξερικά» και μποστάνια για να επιζήσουν από τη μεγάλη πείνα.

Το «Σωματείο Γης και Αμμοληψίας» σε γιορταστική εκδήλωση του Αγ. Κωνσταντίνου γύρω στο 1950. Σημαιοφόρος ο Βασίλης Κουλούκουσας

Η επιλογή της Ξυλοκέριζας δεν ήταν η ιδανική λύση για τους Νεομακρηνούς έναντι εκείνης που τους προσφερόταν στην Κατερίνη, με τα 80 καλλιεργήσιμα στρέμματα, για πολλούς λόγους. Όχι μονάχα συναισθηματικούς. Γιατί το μέρος που τους έδιναν ήταν στο βάθος του Κάμπου, δεν είχε διέξοδο και δρόμο για την Αθήνα και οι ίδιοι, πέρα από ελάχιστους, δεν ήταν γεωργοί.

Ενώ η Ξυλοκέριζα έμοιαζε φοβερά με τη δική τους μικρή, όμορφη και αγαπημένη πατρίδα της Μικράς Ασίας που είχαν μόλις χάσει από τη μια στιγμή στην άλλη…
Τα «σπίτια» του Συνοικισμού και οι «Κλήροι»

Παιδιά του Σχολείου Νέας Μάκρης το 1946, έχοντας στη μέση τον δάσκαλό τους, Γεώργιο Φίλιππα

Ήταν κάπου 100 σπιτάκια, πλινθόκτιστα των τεσσάρων δωματίων, διηρημένα σε έξι γειτονιές, με κέντρο την πλατεία. Ομοιόμορφα όλα. Οι διαστάσεις τους λιλιπούτειες, μόλις 7 μέτρα πλάτος και 9 μέτρα μήκος. Εμβαδόν 60-62 τ.μ. για οικογένειες των 2- 3 τουλάχιστον παιδιών, για 5 και 6 άτομα με απλά λόγια.

Η διανομή έγινε και εδώ άψογα, όπως και η γη, δια κλήρου, αλλά οι ιδιοκτήτες των σπιτιών έπρεπε να έχουν παντρευτεί πρώτα. Μια από τις πιο πρακτικές εφαρμογές του «αυξάνεσθε και πληθύνεστε»… Τα σπιτάκια αυτά δεν είχαν πόρτες, ούτε παράθυρα. Για αυτά φρόντισαν οι ιδιοκτήτες και έγιναν με την επίβλεψη της ΕΑΠ (Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων) που τη διοικούσε ένας «άγιος» φιλέλληνας, ο Μορκεντάου, αλλά κι εκεί…

Αυτά τα σπιτάκια τα πλήρωσε ο κάθε ιδιοκτήτης με 24.000 δρχ. ποσό υπέρογκο για τα χρόνια εκείνα. Πώς «βγήκαν» αυτά τα λεφτά; Υπάρχει μια φωτογραφία της εποχής, στην οποία όλη η κεντρική πλατεία της Ν. Μάκρης ντουμανιάζει από του καπνούς των καμινιών που έστηναν οι Νεομακρηνοί για να κάνουν ξυλοκάρβουνα.

Προσφυγικό σπίτι (πλινθόκτιστο) του Συνοικισμού Νέας Μάκρης, χτισμένο μεταξύ των ετών 1924-1927 από τα συνεργεία του Οργανισμού Ανοικοδόμησης

Αλλού «έβαζαν» ασβεστοκάμινα, αλλού γέμιζαν τα φορτηγά με άμμο χρυσαφί από τους σωρούς της παραλίας, όπου η φύση είχε στοιβάξει από αιώνες. Κι όμως, δεν το έβαλαν κάτω: «Θα δουλέψουμε, θα επιβιώσουμε… Δεν γινόμαστε ξανά μετανάστες στην ίδια μας την πατρίδα»…

Η εξέλιξη της Νέας Μάκρης

Στην «Ιστορία» μου, διακρίνω την εξέλιξη της Νέας Μάκρης σε τρεις φάσεις:

Η Α΄ φάση είναι της εγκατάστασης και της γεωργικής απασχόλησης (1923-1967). Η Β΄ φάση είναι της Αναζήτησης (1967- 1986) και η Γ΄ Φάση είναι της «αστικοποίησης» της Νέας Μάκρης, με την έγκριση και εφαρμογή του Σχεδίου Πόλης, την κατασκευή του Κέντρου Υγείας, τη σύνδεση με τη ΕΥΔΑΠ, τα Σχολεία, τα Νηπιαγωγεία κλπ. Εκείνο βέβαια που δεν έγινε ήταν το παλαιό χρυσό πρότυπο της αυτοδιοίκησης, οι δημογεροντίες, σαν αυτό της «πατρίδας».

Οι άνθρωποι

Είναι αλήθεια πως αποτελεί πρόκληση η έρευνα των διεργασιών που επικρατούν σε ένα σύνολο πληθυσμού περίπου 100 οικογενειών (300-500 περίπου μέλη) μέσα σε αυτά τα 100 χρόνια, που σημαδεύουν την ιστορία της Νέας Μάκρης στην Ξυλοκέριζα. Είναι ένας πληθυσμός που μέχρι πρόσφατα (1970-1980) είχε μεγαλώσει με τις ίδιες συνθήκες, στα λιλιπούτεια αυτά πλινθόκτιστα σπιτάκια του Συνοικισμού, που πήγε στο ίδιο σχολείο και είχε τους ίδιους δασκάλους.

Τα συμπεράσματα κατ’ αρχάς δεν θα είναι εύκολα, δεν θα είναι τεκμηριωμένα, θα είναι επισφαλή. Κι όμως και εδώ θα διακρίνουμε μερικά σταθερά χαρακτηριστικά που επικρατούν μέχρι σήμερα σε ορισμένες οικογένειες. Την ευγένεια των Εμμεήδων και τη διάθεσή τους για αγώνα στην Κατοχή και Απελευθέρωση. Την τάση των Δαμιανών για εμπόριο και πρόοδο, την επιμονή των Τσακιργιανναίων, Βαζάνα, Μαυρίκου και Χατζηγαβριήλ στα πάτρια, αλλά κι άλλα πολλά.

Γενικά ο Νεομακρηνός, όσος έμεινε ακόμα, δεν φαίνεται να έχει αλλάξει και πολύ από τους προγόνους του. Είναι γελαστός, φιλότιμος, τίμιος, εργατικός, νοικοκύρης. Αυτός και η γυναίκα και νοικοκυρά του στο σπίτι. Ας του δοθεί ακόμα μια ευκαιρία να υπάρξει και να διδάξει αρχές και υποχρεώσεις, γιατί το κύμα που έρχεται τείνει να τα σαρώσει όλα….

Η Γλώσσα και το γλωσσικό μας ιδίωμα

Έχουμε κάτω από τη γλώσσα μας και μέσα στο μυαλό μας κάτι πολύτιμο! Κάτι πολύτιμο και δεν το ξέρουμε. Μας το έδειξαν οι ειδικοί γλωσσολόγοι. Πως η γλώσσα των προγόνων μας είναι… χρυσάφι. Ένα σπάνιο είδος, με χίλιες αποχρώσεις, βαριά και σύγχρονα περιπαιχτική, γεμάτη ιδιωματισμούς και παροιμίες, όπως την μίλαγαν στην καθημερινή τους ομιλία και την τραγουδούσαν οι πρόγονοί μας στα πανηγύρια και στους γάμους. Που γελάει παίζοντας και που κλαίει γελώντας. Ένα μικρό, ελάχιστο παράδειγμα από δίστιχο της «σούστας»:

Η ευχαριστήρια στήλη των Νεομακρηνών προς το Ίδρυμα Ροκφέλερ για την αποξήρανση του Βάλτου. Σήμερα βρίσκεται στην είσοδο του Πολιτιστικού & Αθλητικού Πάρκου Ν. Μάκρης

«Έκουσά ν μου που τραγουδώ
κι ήρτασιν να με δούσιν
θαρούν πως είμου τραχανάς
κι ήρτασιν να ρουφούσιν»…

Απάντηση:

«Ισέναν τα τραγούδια σου
έν είνιν ταιριασμένα
σαν τα κατσίκια στου βουνόν
είνιν αναμπλασμένα»…

Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα άπειρα…

Προηγούμενο άρθροΔισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας χαρίζει την εταιρεία του στη Γη
Επόμενο άρθροΠήγε για ληστεία, του είπαν «όχι» και φεύγοντας ζήτησε και συγγνώμη για την ενόχληση