
Ας σταθούμε λίγο. Ας σωπάσουμε και ας χαμηλώσουμε την ένταση από τον θόρυβο της καθημερινότητας. Ας ακούσουμε. Όχι τα ουρλιαχτά των ειδήσεων, ούτε τους ψιθύρους των γύρω. Αλλά εκείνες τις άηχες κραυγές που βγαίνουν από παιδικές ψυχές. Για ένα θέμα που μας πονά βαθιά, που συχνά επιλέγουμε να προσπερνάμε, γιατί είναι βαρύ, άβολο, επώδυνο.
Ας μιλήσουμε λοιπόν, ανοιχτά και με σεβασμό, για την παιδική κακοποίηση.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ως παιδική κακοποίηση ορίζεται «η κακοποίηση ή κακομεταχείρηση του παιδιού, η οποία περιλαμβάνει όλες τις μορφές σωματικής ή συναισθηματικής κακής μεταχείρισης, σεξουαλικής παραβίασης, παραμέλησης ή παραμελημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης ή εκμετάλλευσης για εμπορικούς σκοπούς, η οποία καταλήγει σε συγκεκριμένη ή εν δυνάμει βλάβη που αφορά στη ζωή και στην ανάπτυξη του παιδιού, στο πλαίσιο μιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνης και δύναμης» (Μπαλούρδος & Φρόνιμου, 2011).
Μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, δημοσιευμένη στο ιατρικό περιοδικό Child Abuse & Neglect (Stavropoulos et al., 2018), αναδεικνύει ότι περίπου το 35% των παιδιών έχουν βιώσει κάποιο είδος κακοποίησης ή παραμέλησης. Το ποσοστό αυτό αντικατοπτρίζει μια σημαντική ανάγκη για ενημέρωση, πρόληψη και άμεση παρέμβαση.
Ο φόβος, η αμφιβολία, η λάθος απόφαση
Πίσω από τους ορισμούς και τα νούμερα, κρύβονται παιδιά. Παιδιά που μεγαλώνουν με φόβο, ντροπή, σιωπή. Παιδιά που έστειλαν σήματα βοήθειας, αλλά δεν ακούστηκαν. Παιδιά που κάποιος είδε, αλλά δεν τόλμησε να πλησιάσει. Και εκεί βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος: στον φόβο να εμπλακούμε, στην αμφιβολία να πιστέψουμε, στην απόφαση να μη “μπλέξουμε”.
Τα παιδιά εκπέμπουν σήμα κινδύνου μέσω διάφορων συμπεριφορών και ενδείξεων που χρειάζεται να παρατηρήσουμε μέσα από μία βαθύτερη ματιά που διεισδύει κάτω από την επιφάνεια.
Η αιτιολογία πίσω από την παιδική κακοποίηση δεν κρύβεται μόνο μέσα σε ένα σπίτι με κλειστά παντζούρια, κοινωνικά αποκομμένο, οικονομικά κατακερματισμένο. Είναι επίσης συστημική, κρύβεται μέσα στα σχολεία και διοχετεύεται ανάμεσα σε κοινωνικές συμπεριφορές και ομότιμες σχέσεις.
Τα σημάδια παιδικής κακοποίησης έχουν πολλά πρόσωπα, συχνά είναι η σιωπή των παιδιών που βρίσκονται στο κοινωνικό περιθώριο της τάξης, δίχως δυνατότητα για φιλικές σχέσεις. Ή μπορεί να εντοπιστεί ανάμεσα από μορφές λεκτικής και σωματικής βίας μεταξύ των παιδιών. Διδάσκεται άραγε στο σχολείο, ως μάθημα για παράδειγμα προς αποφυγή ή χρειάζεται να την εντοπίσει ο καθένας μας ξεχωριστά για να αποτρέψει και να διαφυλάξει το μέλλον της κοινωνίας;
Το παιδί δίπλα μας
Πόσες φορές άραγε παρατηρήσαμε παιδιά στο δρόμο με σκυμμένο το κεφάλι, δειλά να κλαίνε και να έχουν θυμό, γιατί δεν ακούστηκαν ποτέ. Να καταστρέφουν ξένες ιδιοκτησίες και να λεηλατούν κοινοτικές βιτρίνες. Είναι τα παιδιά της γειτονιάς μας, αυτά που γνωρίζουμε από μικρά και κάποιοι από εμάς, φοβόμασταν για την εξέλιξη τους.
Πολλοί ακούσαμε ιστορίες από τους γιους και τις κόρες μας, φίλους και συνεργάτες, για ιστορίες παιδιών κακοφροντισμένων, με μώλωπες στα χέρια, συχνά κακοταϊσμένων, διψασμένων για αγάπη.
Ακόμα και από τις καθημερινές στιγμές στην γειτονιά μας, φωνές από το διπλανό σπίτι και κλάματα παιδιών μέσα από τοίχους είναι ικανά να αποτυπώσουν τραύματα στον ψυχισμό αυτών που τα ακούν, πόσο μάλλον σε αυτών που τα ζουν.
Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται ενεργοποίηση όλων μας στην έγκαιρη παρέμβαση και αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου που συνεχώς αυξάνεται.
Δεν χρειάζεται να γίνεις ειδικός για να σώσεις ένα παιδί
Το πρώτο βήμα είναι να μην αγνοούμε. Αν ένα παιδί δείχνει σημάδια φόβου, επιθετικότητας ή απομάκρυνσης, αξίζει να το πλησιάσουμε με ενδιαφέρον και χωρίς κριτική διάθεση. Αν είμαστε γονείς καλούμαστε να ακούσουμε τις ιστορίες που φέρνουν τα παιδιά από το σχολείο και να μάθουμε πως τα ίδια αντιμετωπίζουν τους συμμαθητές τους.
Αν είμαστε εκπαιδευτικοί, ας δούμε τις ιστορίες των μαθητών πέρα από τις σχολικές επιδόσεις. Εκεί μπορεί να φωλιάζει η απογοήτευση μίας ζωής που δεν ήταν ποτέ όπως την ήθελαν.
Υπάρχουν δρόμοι υποστήριξης: οι κοινωνικές υπηρεσίες του δήμου, οι δάσκαλοι, οι ψυχολόγοι, η αστυνομία, τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας. Δεν χρειάζεται να γίνουμε ειδικοί για να σώσουμε ένα παιδί.
Χρειάζεται μόνο να μην αγνοήσουμε τα σημάδια. Να μην επιλέξουμε τη βολική αδιαφορία. Να μην πούμε ποτέ «δεν είναι δική μου δουλειά».
Γιατί είναι. Είναι δουλειά όλων μας.
Ένα παιδί που σήμερα πληγώνεται, αύριο μεγαλώνει με φόβο. Και ένας ενήλικας που μεγάλωσε με φόβο, τον κουβαλά και φέρνει πόνο στη δουλειά, στην οικογένεια, στη σχέση του με την κοινωνία. Γιατί το χθες ενός παιδιού γράφει το αύριο μιας κοινωνίας!
Με εκτίμηση και βαθύ σεβασμό σε όλα εκείνα τα παιδιά, ανάμεσα μας, που μπορεί να βιώνουν κάποιο είδος κακοποίησης-σας ακούμε, σας νοιαζόμαστε, και δεν είστε μόνα.
Βιογραφικά
Ο Ηλίας Κατσαβριάς είναι ψυχολόγος, απόφοιτος του University of East London. Εκπαιδεύεται στη Συστημική Ψυχοθεραπεία στο Αθηναϊκό Κέντρο Μελέτης του Ανθρώπου (ΑΚΜΑ).
Εργάζεται στην Κινητή Μονάδα Ενηλίκων του φορέα «Θάλπος Ψυχική Υγεία».
Η Κωνσταντίνα Αβραμίδου είναι ψυχολόγος, απόφοιτη του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην «Κλινική Ψυχική Υγεία» απο την Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η ψυχοθεραπευτική της προσέγγιση βασίζεται στην Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία, την οποία πραγματοποιεί στο πλαίσιο του φορέα ΕΠΕΚΕΙΝΑ-Ψυχαναλυτική Πράξη.
Εργάζεται στο Κέντρο Ημέρας Ενηλίκων του φορέα «Θάλπος Ψυχική Υγεία».

















































