Συνέντευξη στον Βασίλη Λουίζο

Οι πευκοβελόνες δίνουν απαντήσεις… 

Η φύση έχει προβλέψει τα πάντα κι εμείς απλώς είμαστε οι «διαχειριστές» που σιγά σιγά ανακαλύπτουμε τα «μυστικά» της. Όπως σε μεγάλο βαθμό έγινε αιτία να θρηνήσουμε ανθρώπινες ζωές στο Μάτι, έτσι τώρα, μπορεί να προσφέρει απαντήσεις στο λογικό ερώτημα κάθε κατοίκου: «Πόσο ασφαλές είναι να ζω εδώ μετά από τέτοια καταστροφή».

Οι επιστήμονες που θα αποκρυπτογραφήσουν τις απαντήσεις μελετώντας… πευκοβελόνες είναι η Έλια Ψυλλάκη, Καθηγήτρια Υδατικής Χημείας στη Σχολή Μηχανικών Περιβάλλοντος και οι συνεργάτες της.

Όπως χαρακτηριστικά τονίζει η κα Ψυλλάκη στη συνέντευξη που παραχώρησε στη MP «οι επιστήμονες πρέπει να καταλάβουμε ότι ο ρόλος μας είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε τέτοια ζητήματα και ότι οφείλουμε με σοβαρότητα να δίνουμε απαντήσεις σε θέματα που απασχολούν την κοινωνία. Και οι απαντήσεις αυτές να είναι καθ’ όλα επιστημονικά τεκμηριωμένες, γιατί έχουν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή και την καθημερινότητα των πολιτών».

Το θέμα της ατμοσφαιρικής επιβάρυνσης, μετά την καταστροφική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου, έχει απασχολήσει έντονα τους κατοίκους και είναι πολλοί εκείνοι που παρότι έχουν υποστεί ζημιές στις οικίες τους, δεν εγκαταλείπουν την περιοχή. Ενδιαφέρει, λοιπόν, πάρα πολύ το επίπεδο των ρύπων στην περιοχή, τι μέτρα πρόληψης και προφύλαξης πρέπει να λάβουν κλπ. Η δική σας ομάδα με τι θα ασχοληθεί;

Αυτό που θα κάνουμε εμείς είναι μια δειγματοληψία με πευκοβελόνες. Στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, η συγκεκριμένη διαδικασία είναι ευρέως γνωστή για βιοπαρακολούθηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η ιδιαιτερότητα που έχουν οι πευκοβελόνες, αλλά και πολλά άλλα τέτοιου είδους φυτά, είναι ότι «παγιδεύουν» ατμοσφαιρικούς ρύπους, τους κατακρατούν κι έτσι αποτελούν παθητικούς δειγματολήπτες.

Ουσιαστικά, το φυτό είναι εκτεθειμένο στον αέρα και έχει την ικανότητα να «μαζεύει», από τον αέρα τριγύρω του, οργανικούς ρύπους. Κάθε άνοιξη οι νέες πευκοβελόνες εμφανίζονται και έτσι μπορούμε να πάρουμε δείγματα από την πιο πρόσφατη ή την πιο παλιά περίοδο ρύπανσης που έχει εκτεθεί. Ανάλογα με το είδος του πεύκου οι πευκοβελόνες έχουν 2-3 χρόνια ζωής, έτσι μπορείς να «αποτυπώσεις» τη ρύπανση για αυτή τη χρονική περίοδο.

Αντίστοιχη μελέτη έχει πραγματοποιήσει το εργαστήριό μας στην Κρήτη, όπου είχαμε διαλέξει 25 δειγματοληπτικούς σταθμούς και βρήκαμε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, τα οποία μάλιστα είχαμε συγκρίνει με αντίστοιχες μετρήσεις στη Πορτογαλία, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Πόρτο.

Στις μελέτες αυτές είχαμε την ικανότητα σε αρκετές περιοχές να διαχωρίσουμε αν οι ρύποι αυτοί είναι πυρογενείς ή ανθρωπογενείς, δηλαδή αν προέρχονται από καύση -όπως στην περίπτωση της φωτιάς στο Μάτι- ή αν προέρχονται από ανθρωπογενείς δραστηριότητες, π.χ. κυκλοφορία αυτοκινήτων εάν πρόκειται για πεύκα στο κέντρο μιας πόλης ή κυκλοφορία πλοίων για περιοχές κοντά σε λιμάνια κλπ.

Σε επικοινωνία που είχαμε με το Πανεπιστήμιο του Πόρτο, αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνεται αντίστοιχη δειγματοληψία σε πυρόπληκτες περιοχές της Πορτογαλίας. Θα μπορέσουμε έτσι να κάνουμε για άλλη μια φορά σύγκριση των αποτελεσμάτων. Και οι δυο ερευνητικές ομάδες σίγουρα δεν επιθυμούσαμε να γίνουν συγκρίσεις κάτω από τέτοιες συγκυρίες…

Δηλαδή, ουσιαστικά θα πάρετε δείγματα από χλωρές πευκοβελόνες από δέντρα που δεν κάηκαν από τη φωτιά αλλά βρίσκονται εντός της πληγείσας περιοχής;

Για να υπάρχει μια σωστή κάλυψη, μια πιο ορθή εικόνα του τι γίνεται, θα πάρουμε δείγματα τόσο από πεύκα που δεν έχουν επηρεαστεί από τη φωτιά στην πληγείσα περιοχή, όσο και από τους λεγόμενους «μάρτυρες», δηλαδή από πεύκα που βρίσκονται εκτός της καμένης περιοχής σε αστικά δάση, για να ξέρουμε αν υπάρχουν συνηθισμένα επίπεδα ρύπανσης και ποια ήταν αυτά, πριν τη φωτιά. Αυτό θα συνεχιστεί για τουλάχιστον έναν χρόνο.

Πώς ακριβώς θα γίνει η ανάλυση; Γιατί δεν ακούμε συχνά για υπολογισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης μέσω πευκοβελόνων.

Το εργαστήριό μας εξειδικεύεται στην ανίχνευση οργανικών μικρορύπων εδώ και δεκαετίες. Αναπτύσσουμε εξειδικευμένες τεχνικές προετοιμασίας δειγμάτων που επιλεκτικά απομονώνουν τους ρύπους αυτούς και με σύγχρονη οργανολογία κάνουμε ανίχνευση και ποσοτικοποίηση με αέρια χρωματογραφία φασματομετρία μάζας τύπου. Το πρωτόκολλο της διαδικασίας είναι δημοσιευμένο. Δεν ανακαλύπτουμε τον τροχό. Είναι κάτι που έχουμε ξανακάνει στο εργαστήριο και γνωρίζουμε πώς αντιμετωπίζεται αυτό το υπόστρωμα, πώς το δουλεύουμε.

Ο «Δημόκριτος» μέτρησε συγκεντρώσεις μικροσωματιδίων ΑΣ10, ποσοστά αιθάλης και βαρέα μέταλλα. Εσείς τι ακριβώς θα μετρήσετε;

Έχω ενημερωθεί από ΜΜΕ για τη μελέτη του Δημόκριτου και από όσο καταλαβαίνω είχαν συμπεριλάβει και ομάδες οργανικών ρύπων συμπεριλαμβανομένων και των πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων που θα ποσοτικοποιήσουμε στη μελέτη μας. Η ομάδα αυτών των ενώσεων είναι θα έλεγα «κλασσικοί» δείκτες καύσης. Η διαφορά στις μελέτες μας είναι οτι αναμένουμε τα πεύκα να έχουν καταγράψει την αέρια ρύπανση στην περιοχή ενώ οι περιβαλλοντικές μετρήσεις σε αέρια δείγματα του Δημόκριτου έγιναν αρκετές μέρες μετά τη φωτιά με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Από την ανάλυση αυτή, μπορούν να προκύψουν και αναλύσεις για άλλες κατηγορίες ρύπων, που μπορεί να προκλήθηκαν από την καύση οικοσκευών, αυτοκινήτων, ποσότητες αμιάντου κλπ;

Όταν μιλάς για αναλύσεις απευθύνεσαι σε εκατομμύρια ενώσεις. Μπορεί να εντοπίσουμε άλλου είδους οργανικούς ρύπους, όπως αυτούς που προκύπτουν από επιβραδυντές φλόγας (όπως πολυβρωμιωμένα διφαινύλια). Θα κάνουμε ένα γενικό «σκανάρισμα», μια και θα πάρουμε το φάσμα γενικά, αλλά θα εστιαστούμε και θα ποσοτικοποιήσουμε τους αρωματικούς υδρογονάνθρακες. Για όλες τις υπόλοιπες ομάδες μπορούμε μόνο να πούμε αν ανιχνεύθηκαν σύμφωνα πάντα με τις ικανότητες των αναλυτικών πρωτοκόλλων που χρησιμοποιούμε.

Με τι συχνότητα θα κάνετε δειγματοληψία;

Κάθε τρεις μήνες. Δεν χρειάζεται πιο συχνά. Προσωπικά, εκ πείρας -που δεν θα έπρεπε ίσως να το πω- περιμένω κάποια επιβάρυνση η οποία σταδιακά θα αρχίσει να αποκαθίσταται. Το περιβάλλον, η μητέρα φύση, είναι το καλύτερο μέσο αποκατάστασης.

Με ποιον τρόπο μπορείτε να «αποκωδικοποιήσετε» τις πληροφορίες που έχει αποθηκεύσει η πευκοβελόνα μέσα της;

Θα παίρνουμε τις πευκοβελόνες, θα τις βυθίζουμε μέσα σε οργανικό διαλύτη και θα τις «ξεπλένουμε». Ο οργανικός διαλύτης, που θα βάλουμε, έχει την ίδια «προσωπικότητα» με τους ρύπους μας, άρα έτσι τους επιλέγει. Θα ακολουθηθεί ένα δεύτερο επιπλέον βήμα απομόνωσης, για να μπορέσουμε να κατέβουμε σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Εμείς δουλεύουμε σε επίπεδα ppt νανογραμμάρια ανά γραμμάριο κλπ, ώστε να βγάλουμε συμπεράσματα.

Αποτυπώνονται time-stamps στους ρύπους που θα μετρήσετε τις πευκοβελόνες; Δηλαδή μπορείτε να βρείτε με ακρίβεια τους ρύπους τον Ιούνιο του 2018, τον Αύγουστο του 2018 και ούτω καθεξής;

Δεν νομίζω να είμαστε τόσο τυχεροί για να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τον μήνα, αλλά επειδή το δέντρο μεγαλώνει και βγαίνουν καινούργια κομμάτια με πευκοβελόνες κάθε άνοιξη, αυτά τα καινούργια αποτυπώνουν τους πιο πρόσφατους ρύπους. Τα δέντρα αυτά εκτέθηκαν ολικά στους ρύπους που ανέφερα και στην πρώτη μας δειγματοληψία και περιμένουμε όλες οι βελόνες ενός πεύκου να έχουν αρχικά πάνω κάτω την ίδια επιβάρυνση. Θα παίρνουμε, όμως, δείγματα τακτικά από τα ίδια δέντρα και ιδιαίτερα μετά την τρίτη δειγματοληψία θα συγκρίνουμε τις πιο «φρέσκες» πευκοβελόνες με τις παλιές για να κάνουμε τις ανάλογες συγκρίσεις. Δηλαδή, ουσιαστικά αναμένουμε να βρούμε ποια είναι τα επίπεδα της επιβάρυνσης από τις παλαιότερες πευκοβελόνες και αν αυτά θα συνεχιστούν σύμφωνα με τις αναλύσεις από τις νεότερες. Και αυτό θα το κάνουμε για τουλάχιστον έναν χρόνο.

Καθαρά βασιζόμενη στην εμπειρία σας, υπάρχει κάποιος λόγος ανησυχίας για τους κατοίκους της περιοχής;

Δεν ξέρω πώς να σας το πω αυτό… Δεν ξέρω κατά πόσο πρέπει να ανησυχούμε για ένα συγκεκριμένο πράγμα, αν κανείς δει τη μεγάλη εικόνα, σε τι εκθέτουμε τους εαυτούς μας κάθε μέρα. Εγώ προσωπικά περιμένω να υπάρχει μια επιβάρυνση, αλλά σταδιακά αυτό θα αρχίσει να βελτιώνεται. Οι πευκοβελόνες αυτές, σε αντίθεση με τις μετρήσεις που έγιναν για παράδειγμα από τον «Δημόκριτο», είναι εκεί και θα είναι εκεί για κάνουν δειγματοληψία για εμάς, για πολλά χρόνια. Έχουν συσσωρευμένες πληροφορίες. Όπως και να ‘χει, το περιβάλλον πάντα επανέρχεται από μόνο του, σιγά-σιγά και με τις δικές του διεργασίες.
Εν πάση περιπτώσει, για να προκύψει κάποιο πρόβλημα στην υγεία των κατοίκων αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι η συγκέντρωση των ρύπων και η περίοδος έκθεσης. Δηλαδή, μπορεί να εκτεθείς για μεγάλη σχετικά περίοδο σε έναν τοξικό ρύπο, αλλά τα επίπεδα συγκέντρωσης να είναι τόσο χαμηλά που να μην σου προκληθεί πρόβλημα. Μπορεί, όμως, από την άλλη να εκτεθείς για μικρό χρονικό διάστημα σε μεγάλη συγκέντρωση ενός ρύπου και αυτό να έχει επιπτώσεις.

Δεν θεωρώ πάντως, με βάση την εμπειρία μου, ότι θα βρεθεί κάτι ανησυχητικό για τους κατοίκους. Θα είμαστε εκεί, θα πραγματοποιούμε διαρκώς μετρήσεις και θα παρακολουθούμε από κοντά το θέμα. Κι αυτό θα το κάνουμε εντελώς εθελοντικά, γιατί η φωτιά αυτή στιγμάτισε όλη την Ελλάδα και είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει η ομάδα μας για να σταθεί δίπλα στους συνανθρώπους μας.

Από ποιους αποτελείται η ομάδα σας;

Η ομάδα είναι πολυπληθής και διαφόρων ειδικοτήτων. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον συνάδελφο Κώστα Συνολάκη, Καθηγητή Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών & Παράκτιας Μηχανικής, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τον Βασίλη Σκαναβή (υποψήφιο διδάκτωρ – University of Southern California) για την άψογη συνεργασία, αλλά και τους Διώνη Αναστασάκη, Μάρκο Αλεξόπουλο και Ευγενία Καλογεροπούλου (προπτυχιακοί φοιτητές της Σχολής Μηχανικών Περιβάλλοντος Πολυτεχνείου Κρήτης). Τη μεταδιδάκτορα του εργαστηρίου μου Δρ. Elena Fernadez-Sanchez, αλλά και τους επί χρόνια συνεργάτες μου από το Πανεπιστήμιο του Πόρτο, Καθηγήτρια Arminda Alves και Δρ. Nuno Ratola.