Γράφει o Νίκος Εμμανουήλ

Τυχαίνει να είμαι από νησί και να δίνω πολύ μεγάλη σημασία σ’ αυτό που άλλοι ονομάζουν πλοίο της γραμμής ή στα καθ’ ημάς… βαπόρι. Από την ώρα που σφυρίζει στο έμπα, μέχρι την αναχώρηση. Έτσι παρατηρώ από μικρός αυτούς τους γραμμένους και άγραφους κανόνες της ναυτοσύνης, που κατά κανόνα τηρούνται ευλαβικά από τους «ήρωες» της θάλασσας, σε έναν καθημερινό ασταμάτητο αγώνα.

Το καθημερινό σφύριγμα είναι το σύνθημα να υποδεχτείς, να παραλάβεις ή να προετοιμαστείς να ξεπροβοδίσεις. Όταν έχει «καιρό» είναι και μια ανακούφιση και μια χαρά, ότι ακόμα ένας αγώνας με τα κύματα είχε αίσιο τέλος. Το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι, φουντάρει, ρίχνει κάβους σιγουρεύει τις αποστάσεις, οι μηχανές στο «κράτει» και τότε αρχίζει η αποβίβαση.

Γίνονται όλα αυτά σήμερα αν πάμε σε ένα Κυκλαδονήσι, ιδιαίτερα στα κοντινά; Και βέβαια όχι. Οι συνθήκες πια, όπως σε πολλά, έχουν αλλάξει. Έχουν γίνει πιο πιεστικές. Φταίει ο ανταγωνισμός βλέπεις, που χωρίς συζήτηση έχει βελτιώσει το επίπεδο των θαλάσσιων συγκοινωνιών. Όμως, μήπως για κάποια θέματα ασφάλειας θα έπρεπε να μπουν κάποιοι κανόνες; Δεν λέω για τις σημαίες, που τα βαπόρια τις ταξιδεύουν και τη νύχτα, δεν θα πω επίσης για φώτα πορείας, που πρέπει να είναι σβηστά στο λιμάνι. Λεπτομέρειες, θα πείτε, αλλά ίσως…

Θα πω, όμως, για το πώς βλέπω τον τρόπο που φουντάρουν σήμερα ορισμένοι καπεταναίοι, ίσως οι περισσότεροι, σ’ αυτή την καθημερινή κούρσα του ανταγωνισμού. Πώς σιγουρεύουν τα βαπόρια τους στα δύσκολα λιμάνια των Κυκλάδων ή ακόμα και της Ραφήνας, ιδιαίτερα με τα μελτέμια, όταν πρόκειται να κάνουν σύντομη αποβίβαση και επιβίβαση.

Είναι λοιπόν εύκολο να διαπιστώσει κανείς ότι ενώ το πλοίο είναι πρυμνοδετημένο και ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η αποβίβαση και επιβίβαση των επιβατών και των οχημάτων, επιτρέπεται να διατηρεί σε κίνηση «πρόσω» τις προπέλες του, κάτι που δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να διαπιστώσεις.

Ο λόγος αυτού του χειρισμού είναι προφανής ακόμα και για έναν άνθρωπο με στοιχειώδη ναυτοσύνη. Αγκυροβολούν πρόχειρα (απίκο) ή δεν αγκυροβολούν καθόλου, οπότε για να έχουν την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από την αποβάθρα διατηρούν σε διαρκή κίνηση τις προπέλες. Έτσι συντομεύουν τον χρόνο παραμονής στο λιμάνι και παίρνουν πλεονέκτημα στην καθημερινή κούρσα του ανταγωνισμού.

Κι όλα αυτά την ίδια ώρα ακριβώς που επάνω από την «θυρίδα θανάτου» που δημιουργείται ανάμεσα στην πρύμνη του πλοίου και την αποβάθρα, κυκλοφορούν χωρίς καμία προστασία, όπως επίσης και χωρίς καμία προειδοποίηση, οι επιβάτες από βρέφη στο καροτσάκι, μέχρι υπερήλικες. Την ίδια στιγμή η μεγάλη φροντίδα των λιμενικών, που την αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα από τις σφυρίχτρες, είναι να φροντίζουν την οργανωμένη κυκλοφορία των τροχοφόρων από και προς το πλοίο, αφού αυτή προφανώς είναι η προτεραιότητα που τους έχει ανατεθεί από την Υπηρεσία τους.

Η ασφαλής διέλευση του «Ρουβίκωνα» που επιχειρούν οι επιβάτες, πεζή ή σε οχήματα, αυτοί που βρίσκονται στην αποβάθρα χωρίς προστασία προς τη θάλασσα ή στην μπουκαπόρτα, φαίνεται και στον πιο αδαή παρατηρητή ότι δεν αφορά κανέναν. Οι προπέλες δουλεύουν σε «φουλ πρόσω», η θάλασσα βράζει τόσο μέχρι που σε βρέχει όταν είσαι κοντά και αυτό θεωρείται από την Πολιτεία και τα εντεταλμένα όργανά της ότι είναι μια συνθήκη ασφαλούς επιβίβασης και αποβίβασης ακόμα και για ανθρώπους που δεν έχουν καν τη συναίσθηση αυτού του κινδύνου.

Κανείς βέβαια δε θα ήθελε να σκεφτεί, από τον Υπουργό Ναυτιλίας μέχρι τον τελευταίο λιμενεργάτη, τι μπορεί να συμβεί αν, στη διάρκεια της αποεπιβίβασης, αποκολληθεί μια μπίντα ή σπάσει ένας κάβος και κάποιοι από τους επιβάτες και τα οχήματα βρεθούν από τον καταπέλτη στον μεγαλύτερο εφιάλτη που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Το επιεικέστερο που θα μπορούσε να πει κανείς, γι’ αυτή την περίπτωση, είναι ότι η συμπεριφορά αυτή με κανένα τρόπο δεν δικαιολογείται. Κατανοώ τις ακραίες συνθήκες που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ο χειρισμός αυτός εκ μέρους των πλοιάρχων, αλλά πάντα με ειδοποίηση του αντίστοιχου λιμενικού σταθμού, ώστε να προειδοποιούνται και να προστατεύονται οι επιβάτες.

Τελευταία, αλλά όχι ασήμαντη συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς, είναι η αποσάθρωση των υποδομών στις αποβάθρες. Είναι βέβαιο ότι στον σχεδιασμό και την κατασκευή των λιμανιών μας δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι τεράστιες δυνάμεις που δημιουργούνται στις βάσεις των κρηπιδωμάτων από ένα μεγάλο πλοίο, που ενώ είναι πρυμνοδετημένο, στηρίζεται στις μπίντες και την ίδια στιγμή οι μηχανές του κάνουν «φουλ πρόσω».

Τον παραπάνω προβληματισμό μου τον έχω εκφράσει και με επιστολή μου, σε μορφή επώνυμης καταγγελίας, σύμφωνα με τον Νόμο 2672/1998, προς το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής στις 21 Ιουλίου 2018.

Δεν ξέρω αν πρέπει να περιμένω ακόμα κάποια απάντηση, ίσως όχι. Μήπως, όμως, θα πρέπει να δούμε αν είναι χρήσιμο να μπουν κανόνες στον ανταγωνισμό, που ξαναλέω καλό κάνει αλλά θα πρέπει να τηρεί ορισμένους απαράβατους κανόνες της ναυτοσύνης; Μήπως δηλαδή θα πρέπει να δημιουργηθούν οι συνθήκες, ώστε οι εξαιρετικοί καπετάνιοι μας να κάνουν τη δουλειά τους όπως ξέρουν; Λέω, μήπως;

Προηγούμενο άρθροΟι πευκοβελόνες «μετρούν» το μέγεθος ρύπανσης μετά τη φωτιά
Επόμενο άρθροΜανώλης Μαραγκουδάκης: «Κι αν αποτύχω, τουλάχιστον έφτασα να το ζήσω»