
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην ιστορία της έβδομης τέχνης όπου η τύχη και η ιδιοφυΐα ευθυγραμμίζονται απόλυτα, γεννώντας έργα που ξεπερνούν τα όρια της εποχής τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι «Ο Ταξιτζής» (Taxi Driver), η ταινία-σταθμός για το νέο αμερικανικό σινεμά, που αποτέλεσε το σημείο συνάντησης μιας μοναδικής γενιάς δημιουργών.
Ο σκηνοθέτης Μάρτιν Σκορσέζε, ο σεναριογράφος Πολ Σρέιντερ και ο κορυφαίος ηθοποιός Ρόμπερτ Ντε Νίρο ένωσαν τις δυνάμεις τους, πλαισιωμένοι από τη μελαγχολική τζαζ μουσική του σπουδαιότερου συνθέτη της προηγούμενης γενιάς, Μπέρναρντ Χέρμαν, και την ηλεκτρισμένη φωτογραφία του Μάικλ Τσάπμαν.
Με ανεξάντλητη ενέργεια, ο Σκορσέζε αξιοποίησε στο έπακρο το κεντημένο ψιλοβελονιά σενάριο, δίνοντας στον Ντε Νίρο τον χώρο να ξεδιπλώσει την αδάμαστη ψυχική ένταση του ήρωα-αντιήρωα.
Η ταινία περιέγραψε αφοπλιστικά την Αμερική του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ και της οδυνηρής ήττας στο Βιετνάμ, όπου ένας λαβωμένος λαός άκουγε φαιδρές υποσχέσεις από το πολιτικό κατεστημένο. Το φιλμ, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 κορυφαία όλων των εποχών, χάρισε το 1976 στον Σκορσέζε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ και έσπασε τα ταμεία, παρά το χαμηλό κόστος παραγωγής του.
Από το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στους δρόμους της βίας
Η γέννηση του έργου κρύβει ένα συναρπαστικό παρασκήνιο, καθώς όλα ξεκίνησαν όταν ο Μπράιαν Ντε Πάλμα σύστησε τον άσημο τότε Σρέιντερ στον Σκορσέζε. Ο σεναριογράφος εμπνεύστηκε την ιστορία από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ (ο οποίος είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει έναν υποψήφιο Πρόεδρο), αλλά και από το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Σημειώσεις από το υπόγειο». Ο Σρέιντερ αποτύπωσε στο χαρτί τη δική του οδυνηρή αποξένωση, καθώς εκείνη την περίοδο ζούσε απομονωμένος στο αυτοκίνητό του, πίνοντας ασταμάτητα και συχνάζοντας σε σκοτεινά σινεμά.
Η πλοκή μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη, όπου ο Τράβις Μπικλ, ένας πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του Βιετνάμ, υποφέρει από κατάθλιψη και έντονες αϋπνίες, επιλέγοντας να εργαστεί ως νυχτερινός ταξιτζής.
Παρατηρώντας τη νυχτερινή ζωή, αναπτύσσει μια βαθιά ψύχωση με την κατάπτωση της ανθρωπότητας. Όταν η προσπάθειά του να προσεγγίσει μια όμορφη κοπέλα, την Μπέτσι, αποτυγχάνει, ο Τράβις οδηγείται στην παράνοια. Αποφασίζει να μετατραπεί σε έναν αιματοβαμμένο εκδικητή, βάζοντας ως προτεραιότητα να σώσει την ανήλικη πόρνη Άιρις, έναν ρόλο που απογείωσε την καριέρα της νεαρής τότε Τζόντι Φόστερ.
Η αθάνατη ατάκα και το ταξίμετρο της ιστορίας
Τα γυρίσματα έγιναν το καλοκαίρι του 1975 σε μια πόλη που έβραζε από τη ζέστη και τη βρώμα λόγω της απεργίας των απορριμματοφόρων. Ο Ντε Νίρο, για να μπει στο πετσί του ρόλου, έχασε 15 κιλά και οδηγούσε πραγματικό ταξί στους δρόμους της αμερικανικής μεγαλούπολης.
Από αυτή την ένταση γεννήθηκε και η κορυφαία ατάκα αυτοσχεδιασμού μπροστά στον καθρέφτη, το περίφημο «You talkin’ to me?», που δεν υπήρχε στο σενάριο και έγραψε ιστορία. Για να αποφύγει μάλιστα τη λογοκρισία στις βίαιες σκηνές του φινάλε, ο Σκορσέζε ακολούθησε τη συμβουλή του Στίβεν Σπίλμπεργκ και αποχρωμάτισε το κόκκινο του αίματος, κάνοντάς το να φαίνεται λιγότερο ζωντανό.
Μισό αιώνα μετά, «Ο Ταξιτζής» γίνεται όλο και πιο επίκαιρος. Η ζούγκλα της Νέας Υόρκης του ’70 δεν διαφέρει από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Η ασυδοσία των πολιτικών ηγετών, η κυριαρχία των υπερπλούσιων, η αποξένωση της τεχνολογίας και η φτώχεια γεννούν καθημερινά στους δρόμους όλου του κόσμου φαινόμενα ανεξέλεγκτης οργής.
Το αριστούργημα του Σκορσέζε παραμένει μια απεγνωσμένη προειδοποίηση, την ώρα που το ταξίμετρο της ιστορίας τρέχει σαν τρελό προς το σκοτάδι.

















































