Του Κώστα Ζοργιού

Δε λένε τυχαία ότι το να κάνεις αυτό που αγαπάς επάγγελμα σού ανοίγει δύο δρόμους. Αυτόν της ευτυχίας και αυτόν της επιτυχίας. Όπως, επίσης, δε μας ακολουθεί τυχαία μέχρι σήμερα η έκφραση «συν Αθηνά και χείρα κίνει», είτε τελικά αποδίδεται στον Ευριπίδη είτε στον Όμηρο.

Συναντώντας τον Στρατή Χατζησταματίου, ένα παιδί που νιώθουμε «δικό μας» μια και ζει στη Νέα Μάκρη, η πρώτη εικόνα που σχηματίζεις είναι ότι πρόκειται για έναν ευτυχισμένο άνθρωπο. Μιλώντας μαζί του, αντιλαμβάνεσαι ότι τίποτα δεν ήρθε τυχαία και χρειάστηκε να αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι σε αυτό που αγαπούσε από παιδί για να βοηθήσει και η τύχη ώστε τα πρώτα του βήματα στο θέατρο και την τηλεόραση να είναι πολύ πιο φανταχτερά από άλλων ηθοποιών.

Τι μένει για να συμπληρωθεί το παζλ; Η επιτυχία. Κρίνοντας από την ωριμότητα, τη σοβαρότητα, την παιδεία και τη γενικότερη φιλοσοφία του για τη ζωή και την υποκριτική, ποντάρεις με σιγουριά τα χρήματά σου ότι θα έρθει.

Άλλωστε στα 24 του είναι ήδη αναγνωρίσιμος, έχει δυνατά «χαρτιά» για το βιογραφικό του και κυρίως, αποσπά τη μία καλή κριτική πίσω από την άλλη.

Η πρώτη επαφή

Το σημαντικό για να γίνουν όλα τα παραπάνω είναι να καταλάβεις νωρίς τι είναι αυτό που σε ενθουσιάζει….

«Μάλλον το κατάλαβα πολύ νωρίς. Από το Δημοτικό, όταν ακόμα ζούσαμε στο Χαλάνδρι, η μητέρα μου ήρθε μια μέρα και με ρώτησε αν θα προτιμούσα να κάνω θέατρο ή ζωγραφική ως έξτρα δραστηριότητα στο σχολείο. Απάντησα αμέσως “θέατρο”».

Και κάπως έτσι, οι σχολικές παραστάσεις στις εθνικές εορτές, ο ρόλος του Κολοκοτρώνη, οι πρόβες και τα μαθήματα από την μουσικό, ηθοποιό και δασκάλα Κατερίνα Γερολυμάτου, απέκτησαν πολύ περισσότερο νόημα για τον Στρατή από ότι για τα υπόλοιπα παιδιά.

«Νιώθω πολύ τυχερός που είχα τόσο υποστηρικτικούς γονείς. Αντιλαμβανόμενη πόσο με γέμιζε αυτό, η μητέρα μου ανακάλυψε ένα θεατρικό εργαστήρι στο θέατρο “Περίακτοι” στο Μαρκόπουλο. Μια φορά την εβδομάδα φεύγαμε από το Χαλάνδρι και κάναμε ταξίδι, αλλά όλο αυτό ήταν ευεργετικό. Αφενός γιατί άρχισα σταδιακά να καταλαβαίνω ότι η υποκριτική μάλλον θα με αφορούσε και επαγγελματικά, αφετέρου γιατί συνηθίζοντας από πολύ μικρός στην έκθεση, στο να βγαίνω μπροστά και να παίζω πάνω σε μια σκηνή, απέκτησα αυτοπεποίθηση».

Φτάνοντας στην ενηλικίωση, για τον Στρατή δεν υπήρχαν πλέον διλήμματα. Θα γινόταν ηθοποιός, είχε ξοδέψει ήδη πολύ χρόνο και πολύ μεράκι γι’ αυτό. Γιατί σε όλα τα προηγούμενα, προσθέστε ότι και στο Λύκειο πέρασε ώρες σε πρόβες και παραστάσεις, καθώς συμμετείχε στη θεατρική ομάδα Νέας Μάκρης που «έτρεχε» η Λυκειάρχης Αναστασία Ευαγγελία Ρίζου.

«Όταν πια μπήκα στη διαδικασία να δώσω Πανελλαδικές, είχα ήδη πάρει την απόφαση. Ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι θα δώσω εξετάσεις για να περάσω και στο Πανεπιστήμιο, ώστε να έχω πάντα μια πόρτα ανοικτή. Αλλά το όνειρό μου δεν άλλαζε. Κατάφερα να μπω στη Νομική Αθηνών και μάλιστα πήγα και παρακολούθησα το πρώτο έτος. Θα πω την αμαρτία μου, ήταν τελικά πιο ενδιαφέρον από όσο περίμενα ότι θα είναι, αλλά δε θέλησα να “παραστρατήσω”. Μετά το πρώτο έτος αποφάσισα να κάνω προετοιμασία για το Εθνικό Θέατρο και τελικά πέρασα».

…και η πρώτη ψυχρολουσία

Ο Στρατής ζούσε στα 19 το όνειρό του. «Τρώγοντας», βέβαια, τα πρώτα «χαστούκια», όπως ο ίδιος θυμάται.

«Το θέατρο είναι τέχνη που έχει να κάνει με την παρατήρηση της ζωής. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι αλλά και παρατηρείς την καθημερινότητά σου, οξύνεται το πνεύμα και λαμβάνεις πολλά ερεθίσματα, που θα ήταν ευχής έργο να μπορούσες να λαμβάνεις και νωρίτερα, στο σχολείο.

Μπαίνοντας, όμως, στο Εθνικό και ειδικά στο πρώτο έτος, έπρεπε να χάσεις την πεποίθηση που έχεις για το τι είναι ηθοποιός και να μάθεις πώς γίνεσαι καλός καλλιτέχνης και την ευθύνη γι ‘αυτόν την είχαν οι δάσκαλοι που σε προσγείωναν απότομα στην πραγματικότητα. Ήταν μια διαδικασία συνεχούς ματαίωσης. Έδειχνα όμως εμπιστοσύνη στη δουλειά που γινόταν και αφηνόμουν γιατί ήξερα ότι θα έβγαινα από τη σχολή καλύτερος και διαφορετικός.»

Τρία χρόνια αργότερα, βγήκε. Και μάλιστα βρήκε αμέσως δουλειά…

«Συμμετείχα στο “Βρε καλώς τους”, μια κωμωδία που είχε ανέβει στο θέατρο “Βρετάνια”. Θυμάμαι σαν σήμερα την πρεμιέρα. Ήταν 25 Οκτωβρίου του 2019 όταν βγήκα στη σκηνή αποφασισμένος. Όχι τόσο αγχωμένος, όμως, γιατί το πραγματικά μεγάλο σοκ το παθαίνεις όταν δίνεις την πρώτη πτυχιακή σου παράσταση μπροστά σε κόσμο, μετά από τρία χρόνια που βαδίζεις με σκυμμένο κεφάλι, κλεισμένος σε μια σχολή».

Επειδή, βέβαια ηθοποιός και ομαλότητα ή σιγουριά δεν συμβαδίζουν, έρχονται και οι πρώτες δυσκολίες. Κι είναι εντελώς απρόσμενες, καθότι δεν σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο.

«Ήρθε ο κορονοϊός και διέκοψε το τέλος της παράστασης. Πάνω που είχα κάνει μια αρχή, έμεινα άπραγος 2,5 με 3 μήνες και δεν κρύβω ότι είχα πολλά ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα. Τότε ήρθε μια ακρόαση για την παιδική σκηνή του Εθνικού και το έργο “Πιστεύω στους μονόκερους”. Ξεκινήσαμε πρόβες, ήμασταν έτοιμοι να την ανεβάσουμε κι έρχεται δεύτερο lockdown. Όλα κι όλα προλάβαμε να παίξουμε τέσσερα live streaming».

Τα δύο τηλεφωνήματα για τις δύο κορυφαίες παραγωγές

«Κάθε εμπόδιο για καλό». Άλλη μια έκφραση που κρύβει αλήθειες… Γιατί μετά τις απανωτές αναποδιές, έρχεται η έκπληξη. Και συγχρόνως η μεγάλη ευκαιρία του Στρατή.

«Δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από τα Κάπα Studios, πέρασα από κάστινγκ και τελικά με επέλεξαν για να υποδυθώ σε ένα επεισόδιο – flashback τον Δούκα Σεβαστό σε παιδική ηλικία.

Η εμπειρία ήταν καταπληκτική, αν και στα γυρίσματα είχα περισσότερο άγχος από ότι στο θέατρο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να κάνεις μετατροπή της υποκριτικής σου ικανότητας από το θέατρο στην τηλεόραση».

Σε μια περίοδο γενικής αβεβαιότητας, η επόμενη δουλειά δεν ήρθε αμέσως. Αν ρωτήσετε σήμερα τον Στρατή, γνωστό σας και ως… Μανώλη, η αναμονή άξιζε τον κόπο.

«Ήταν ένα δεύτερο τηλεφώνημα από την Κάπα Studios. Πέρασα από τέσσερα ή πέντε κάστιγνκ μέχρι τελικά να με επιλέξουν. Είχα διαβάσει το βιβλίο και παρότι γνώριζα ότι δεν με προόριζαν γι’ αυτόν τον ρόλο, είχα ξεχωρίσει τον Μανώλη. Ένιωσα ότι είχε τρομερό υποκριτικό ενδιαφέρον κι ήταν πρόκληση. Και ξαφνικά, μια μέρα, έμαθα ότι θα είμαι ο “Μανώλης” στον “Σασμό”, μια σειρά με τρομερούς ηθοποιούς που θαυμάζω, στην οποία παίζει και ο καθηγητής μου, Δημήτρης Ήμελλος».

«Να μη γίνω αυτό που κοροϊδεύω»

Δεν έχουν περάσει ούτε τέσσερις μήνες από την πρεμιέρα του «Σασμού», αλλά υπάρχουν ήδη σημαντικές αλλαγές στη ζωή του Στρατή. Κατά προτεραιότητα, το επαγγελματικό βήμα ήταν τεράστιο μια και η σειρά χτυπάει πολύ μεγάλες θεαματικότητες. Επιπλέον, ήρθε και η αναγνωρισιμότητα. Δεν τον ενοχλεί, όπως μας λέει. Κάθε άλλο…

«Εντάξει, δεν είμαι τόσο αναγνωρίσιμος. Υπάρχουν φορές που βλέπω κάποια βλέμματα όταν θα βγω έξω με φίλους και δεν κρύβω ότι μου αρέσει. Αυτό που χαίρομαι ιδιαίτερα είναι όταν έρχεται κάποιος και μου λέει κάτι όμορφο για τη σειρά και τον ρόλο μου. Παίρνεις πολλή αυτοπεποίθηση από μια τέτοια στιγμή».

Λογικό ερώτημα, «σε φοβίζει το ενδεχόμενο να χάσεις την μπάλα;». Ειλικρινής η απάντηση…

«Με φοβίζει. Είναι από αυτά που κοροϊδεύω. Σκέφτομαι διαρκώς τι δε θέλω να γίνω. Και κρατώ μια ισορροπία, έχοντας στο μυαλό μου ριζωμένη την πεποίθηση ότι δε με νοιάζει να γίνω γνωστός. Με ενδιαφέρει περισσότερο να μεταφέρω συναίσθημα μέσα από την ηθοποιία, με μεγάλο όνειρο να παίξω μια μέρα στην Επίδαυρο και να ακολουθήσω τελικά μια κλασική καριέρα. Να μπορώ να ζω από το θέατρο με επιλογές που με γεμίζουν ως άνθρωπο και καλλιτέχνη».

Ο Στρατής χτίζει την «επιτυχία» του έχοντας στο πλευρό του την εδώ και χρόνια σύντροφό του, τα δύο μικρότερα αδέλφια του, δύο γονείς που παραμένουν υποστηρικτικοί, αν και πλέον είναι και… υπερήφανοι και τους φίλους του.

«Είναι όλοι από τη Νέα Μάκρη. Είμαστε μαζί από το σχολείο. Άλλο σύμπαν. Ομολογώ ότι ακούω όμορφες κουβέντες, αλλά με τρολάρουν κιόλας! Κι εγώ υποκρίνομαι ότι αδιαφορώ. Ηθοποιός είμαι…».