Αλεξάνδρου Κων-νος Δέσποινα

Τι πόνος, τι καταστροφή!
της Ιστορίας τι ντροπή!
πα στου Αιώνα το κορμί
βαθιά πληγή που αιμορραγεί.

Χρόνοι εκατό και προχωρώ
ψάχνω της μνήμης το ντορό,
γλυκιά πατρίδα μου θαρρώ,
να σε ξεχάσω δεν μπορώ.
*ο ντορός = τα ίχνη

του Δημήτρη Αλεξάνδρου – Καθηγητή Φιλόλογου, Συγγραφέα

Ο ντορός της μνήμης που με οδηγεί και με ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο. Στον ταραγμένο και τραγικό Σεπτέμβρη του 1922, εκεί στη Μάκρη και στο Λιβίσι της Λυκίας. Στην πατρίδα των παππούδων, των γιαγιάδων και των γονιών μου. Στη γεμάτη φως πατρίδα του Λύκιου Απόλλωνα, σύμφωνα με τον μύθο.

Χρειάστηκα κάποιες δεκαετίες για να ξεκαθαρίσω τη στενή σχέση και τη συνάφεια ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο πόλεις που λειτουργούσαν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Τη Μάκρη, κειμένη στο βάθος του ομώνυμου κόλπου ή κόλπου του Γλαύκου, κουκλίτσα σκέτη, κοκέτα και πανώρια, στολισμένη με τα πανέμορφα και διάσπαρτα στον κόλπο της νησάκια. Και το Λιβίσι, σκαρφαλωμένο σ’ ένα οροπέδιο, οκτώ χιλιόμετρα Ν.Α της αδελφούλας του…

Δυσπρόσιτο από στεριά και θάλασσα, ατίθασο, περήφανο και καταφύγιο των κυνηγημένων.
Ακολούθησαν κι αυτά τη μοίρα της υπόλοιπης, πολύπαθης Μικράς Ασίας, μετά από μια περίοδο ακμής 40 – 50 χρόνων σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ζωής. Αιώνων παρουσία και πολιτισμός ξεριζώθηκαν σε μια στιγμή, όταν οι ωκεανοί της ιστορίας αναντάριασαν κι απ’ τον βυθό τους αναδύθηκαν καρχαρίες με ημίψηλα καπέλα και παπιγιόν, μαστουρωμένοι με πετρέλαιο, διψασμένοι για σάρκα και αίμα.

Απ’ την εμφάνιση των Νεότουρκων το 1908 – 1909 και το εθνικιστικό, εθνοκαθαρτικό τους μακρόπνοο σχέδιο, και μέσα στη δίνη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σπάρθηκαν οι άνεμοι, για να θερίσουν θύελλες οι Αρμένιοι το 1911, οι Πόντιοι το 1915 και οι λοιποί Μικρασιάτες το 1922. Οι λεηλασίες, οι διώξεις, οι σκληρές αναίτιες καταδίκες, οι αυθαίρετες φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, οι πολύμηνες μακρινές και εξοντωτικές εξορίες, οι επιστρατεύσεις, τα Τάγματα Εργασίας και οι δολοφονίες αποτελούσαν έναν καθημερινό εφιάλτη και για τους Μακρηνολιβισιανούς.

Στην επιστράτευση του 1914 -είχε προηγηθεί αυτή του 1909- η μαύρη σκιά του Χάρου έπεσε βαριά στο σπιτικό και στις ψυχές των μελών της οικογένειας του παππού μου, Κωνσταντίνου Αλεξάνδρου. Τον κάλεσαν στον τουρκικό στρατό, σ’ ένα κάλεσμα θανάτου. Χάθηκε και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Η αρχική ελπίδα της επιστροφής μετατράπηκε σε μόνιμο θρήνο και πόνο για την κυρά Δέσποινα, τη γιαγιά μου, με τα δύο ορφανά, τη θεία μου τη Δεσποινούλα, τριών ετών και τον πατέρα μου Αλέξανδρο, εννέα μηνών. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατό της στο Πλατανάκι το 1939 απέκτησε το προσωνύμιο «η χήρα με τα δύο ορφανά».

Τον Οκτώβρη του 1920 ο παππούς Κώστας Στρογγύλης και η γιαγιά Αθηνά έφεραν στον κόσμο την Παναγιώτα, τη μητέρα μου.

Ώσπου η λαίλαπα του 1922 σήκωσε ψηλά σαν κόκκους σταριού που λικνίζονταν στ’ αλώνια του κόσμου και τους Μακρηνολιβισιανούς Μικρασιάτες, ταξιδεύοντάς τους βίαια σ’ άλλους τόπους. Τη γιαγιά Δέσποινα και τα δύο ορφανά, με άλλες περίπου 45 οικογένειες στο Πλατανάκι Θηβών και τη γιαγιά Αθηνά με την δύο ετών Παναγιώτα στο Νέο Λιβίσι – Ζωοδόχο Πηγή, πολύ κοντά στο Μαρκόπουλο Ωρωπού (ο παππούς Κώστας τούς συνάντησε το 1925, μετά την τριετή αιχμαλωσία του από τους Τούρκους).

Και ως «κόκκοι σταριού» ρίζωσαν βαθειά στα νέα χώματα και φύτρωσαν, έγιναν στάχυα, κι έφεραν στάρι πιο πολύ, αλεύρι και ζεστό ψωμί. Πάλεψαν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, για το ξεκίνημα μιας νέας ζωής. Γεννήθηκε και θέριεψε σιγά – σιγά μέσα τους η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Ποτέ, όμως, δεν μπόρεσαν να λυτρωθούν εντελώς από τον πόνο του ξεριζωμού και τη λαχτάρα του γυρισμού. «Όταν γυρίσουμουν στην πατρίδαν, θα, θα…», έλεγαν, βούρκωναν και φτερούγιζε η καρδιά τους.

Ο πατέρας Αλέξανδρος, από 10 ετών, έπιασε το δρεπάνι και τα καπνά για να στηρίξει μάνα κι αδελφή. Η μάνα Παναγιώτα, στα 16 της έγινε εργάτρια στα λιπάσματα Δραπετσώνας και στα 18 υπηρέτρια σε μια κολωνακιώτικη οικογένεια. Παντρεύτηκαν αρχές του 1940 με προξενιό της Χρυσής, αδελφής της γιαγιάς Αθηνάς και έμειναν στο Πλατανάκι. Κατοχή, εμφύλιος, φτώχεια, ρατσισμός, αλλά και εγκαρτέρηση, ανθρωπιά και αξιοπρέπεια. Μαζί, κι από κοντά τα πέντε παιδιά. Ο Κώστας, ο Λευτέρης, ο Μιχάλης, η Δέσποινα κι η αφεντιά μου, ο Δημήτρης. Ο Βενιαμίν, όπως έλεγε ο πατέρας μου.

Καθώς μεγάλωνα και δυνάμωνα στον νου και στην καρδιά, σε συνδυασμό με τη γνώση και τη συνειδητοποίηση του τι αντιπροσώπευε ο Μικρασιάτικος Ελληνισμός και πόσο πλούτισε τη νέα πατρίδα σε όλους τους τομείς, άρχισα σταδιακά να μετουσιώνω τη ρετσινιά «τουρκοσποράκι» σε γνήσια υπερηφάνεια για τη μικρασιάτικη καταγωγή μου.

Ως πατέρας και παππούς πια, εκατό χρόνια από τη θλιβερή επέτειο, νιώθω βαρύ στις πλάτες μου το χρέος, μαζί με τους συμπατριώτες και τις συμπατριώτισσες της γενιάς μου, να κρατήσουμε ζωντανή και να μεταλαμπαδεύσουμε στις επόμενες γενιές τη μνήμη, όπως την κληρονομήσαμε από τους ζωντανούς Μάρτυρες της Μικρασιατικής Τραγωδίας.

*Ο Δημήτρης Αλεξάνδρου γεννήθηκε το 1954 στο Πλατανάκι Θηβών από Μικρασιάτες Μακρηνολιβισιανούς γονείς. Τελείωσε το Δημ. Σχολείο του χωριού, το εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Θηβών και τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση, απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Είχε και διατηρεί μια έντονη ενασχόληση με τα κοινά, τον πολιτισμό και το βιβλίο. Είναι Δημοτικός Σύμβουλος στον Δήμο Θηβαίων και Πρόεδρος της Δημοτικής Επιτροπής Παιδείας.

Προηγούμενο άρθροΟρόσημο για τον καρκίνο: Επιστήμονες βρήκαν τον μηχανισμό που οδηγεί σε μεταστάσεις
Επόμενο άρθροΏρα να επανασυστηθούμε