Kάθε μία από τις οικογένειες που ήρθαν από τη Μάκρη, το Λιβίσι, την Τρίγλια, τον Μπουτζά και τόσες άλλες αλησμόνητες περιοχές, κουβαλά τις δικές της θύμησες και τις δικές της ιστορίες. Πάντα τις άκουγα με ενδιαφέρον και σε αυτό το editorial, για τα 100 χρόνια, θα μοιραστώ μαζί σας κάτι από τη μεριά της οικογένειας του πατέρα μου και κάτι από αυτή της μητέρας μου.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο προπάππους Ιορδάνης Λουίζος έχει συλληφθεί από τους Τούρκους και του έχει απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, η σύζυγός του, Χρυσή Λουίζου, με τον πρωτότοκό τους γιο Τάσο, εγκαταλείπουν τη Μάκρη της Λυκίας και φτάνουν στη Θεσσαλονίκη.

Εκεί ντόπιοι τούς προσφέρουν φιλοξενία σε ένα ισόγειο σπίτι, πάνω από το οποίο υπάρχει μια εγκαταλελειμμένη οικοδομή που βρίσκεται στα μπετά. Ο προπάππους καταφέρνει να αποδράσει και βρίσκει τρόπο να φτάσει στη Θεσσαλονίκη, προς αναζήτηση της οικογένειάς του. Περιπλανάται καθημερινά στους δρόμους της πόλης, ψάχνοντάς τους και τα βράδια βρίσκει καταφύγιο σε μια οικοδομή. Οι μέρες περνούν και δεν έχει καμία πληροφορία για το που βρίσκονται οι δικοί του άνθρωποι.

Μια μέρα, μέσα σε ένα λεωφορείο που περνά από μπροστά του, νομίζει ότι αντικρίζει τη σύζυγό του, Χρυσή. Τρέχει, τρέχει, αλλά δεν καταφέρνει να το φτάσει. Μετά από περίπου εννιά μέρες, κατεβαίνοντας από τη σκάλα της εγκαταλελειμμένης οικοδομής, σαν από θαύμα, συναντά τη γυναίκα του που κρατούσε στην αγκαλιά της τον γιο τους, Τάσο Λουίζο. Η προγιαγιά μου, η Χρυσή, φιλοξενήθηκε από μια οικογένεια της Θεσσαλονίκης στο ισόγειο και ο προπάππους Ιορδάνης κοιμόταν τα βράδια στο γιαπί πάνω από το ισόγειο… Όλο αυτό το διάστημα τούς χώριζε μία πλάκα της οικοδομής… Έσμιξαν ξανά μετά από 28 ημέρες.

Η προγιαγιά από το σόι της μητέρας μου, Χρυσούλα Βογιατζή το γένος Χρυσαφίνη, φεύγει με τους γονείς της από τη Μάκρη σε ηλικία 7 χρονών με πρώτο σταθμό το Λαύριο και στη συνέχεια τη Νέα Μάκρη. Ένα κοριτσάκι 7 ετών έζησε όλη τη φρίκη του πολέμου και του βίαιου διωγμού. Κι αυτές οι πληγές φαίνεται ότι δεν επουλώθηκαν ποτέ… Η άνοια -στα 93 της χρόνια- διέγραψε από τη μνήμη της αρκετά πράγματα.

Ωστόσο, η φρίκη του διωγμού φαίνεται ότι ήταν ανεξίτηλα χαραγμένη μέσα της κι έκτοτε έβγαινε διαρκώς στην επιφάνεια. Γιατί σχεδόν κάθε βράδυ, για περίπου έναν χρόνο, σηκωνόταν από το ύπνο της σαν κατατρεγμένο κοριτσάκι, να φτιάξει τον «μπόγο» της, να κρυφτεί και να γλυτώσει από το κυνηγητό των Τούρκων. Σχεδόν κάθε βράδυ, τα παιδιά της -η γιαγιά μου η Μαρία και ο θείος μου ο Γιώργος- τη συναντούσαν αναστατωμένη, με τα πράγματα έτοιμα για να ξεφύγει από την οργή του Τούρκου…

Είμαι σίγουρος ότι κάθε οικογένεια έχει τη δική της μικρή ή μεγάλη, αλλά σίγουρα συγκλονιστική ιστορία. Οφείλουμε να κρατήσουμε αυτές τις αναμνήσεις ζωντανές και θα είναι χαρά μας να φιλοξενήσουμε και τις δικές σας ιστορίες σε επόμενο τεύχος της MP.
Καλό καλοκαίρι!

Προηγούμενο άρθροΤο κράτος κλείνει πεισματικά τα αυτιά του στους κατοίκους του Προβάλινθου (vid)
Επόμενο άρθροΠώς έστησαν απάτη και πήραν από τον λογαριασμό δημάρχου 7.600 ευρώ