Ο Γερμανός που ήρθε στην Ελλάδα για λίγες ημέρες και έμεινε μια ζωή ανοίγοντας ένα μαγαζί από το οποίο πέρασε όλη η Νέα Μάκρη (και όχι μόνο)
Του Κώστα Ζοργιού
Όχι ότι αυτή η πληροφορία θα σας αλλάξει τη ζωή, αλλά το Μπίτμπουργκ είναι μία μικρή κωμόπολη 16.000 κατοίκων στη Γερμανία, κοντά στα σύνορα με το Λουξεμβούργο. Περίπου 5.700 χιλιόμετρα μακριά του, βρίσκεται το Νταμάμ της Σαουδικής Αραβίας, το οποίο έχει 56 φορές περισσότερο πληθυσμό, εκατοντάδες επιχειρήσεις και πολλούς εργαζόμενους από άλλες χώρες.
Αν από εκεί διανύσεις 2.700 χιλιόμετρα δυτικά, βρίσκεσαι στην αγαπημένη μας Νέα Μάκρη των 15.000 κατοίκων. Αυτή τη διαδρομή την έχει κάνει στη ζωή του μονάχα ένας άνθρωπος, η ιστορία του οποίου, όμως, ήταν ιδιαίτερη γι’ αυτή την παραλιακή γωνιά της Ανατολικής Αττικής και όσους την απολάμβαναν τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90.

Η διαδρομή
Ο Βίνφριντ Νταμ γεννήθηκε στα ‘60s στο Μπίτμπουργκ, παιδί αγροτικής οικογένειας, με ήσυχα παιδικά και νεανικά χρόνια και μία ιδιαίτερη κουλτούρα, που τον… τσίγκλιζε από μικρό να φύγει όχι μόνο από την κωμόπολη, αλλά κι από τη Γερμανία. Το τόλμησε στα 26 του κι αφού πρώτα είχε δουλέψει μια εξαετία στις γερμανικές τηλεπικοινωνίες (τον αντίστοιχο ΟΤΕ) από όπου ίσως θα μπορούσε να πάρει και σύνταξη. Αλλά τρωγόταν…
Προορισμός του ήταν η Λιβύη και στόχος του ήταν να δει κάτι καινούργιο, να γνωρίσει διαφορετικούς ανθρώπους, άλλο πολιτισμό, δουλεύοντας σε μια εταιρεία με αντικείμενο τη συντήρηση κτιρίων. Ένας χρόνος ήταν αρκετός κι ο επόμενος προορισμός ήταν το Νταμάμ στη Σαουδική Αραβία, επίσης ως εργαζόμενος στη συντήρηση κτιρίων. Το πλάνο του ήταν να μείνει εκεί για χρόνια. Αλλά ποιος έχει φτιάξει πλάνα στη ζωή του που δεν ανατράπηκαν σε μια στιγμή;
Σε μία άδεια που είχε από τη δουλειά του, ο Βίνφριντ σκέφτηκε να κάνει μια στάση στην Ελλάδα πριν πάει Γερμανία, για να δει την αδελφή του που ήδη ζούσε στη Νέα Μάκρη. Ήταν αρχές του 1981 και 43 χρόνια αργότερα, ζει ακόμη εδώ…

«Τα ρίσκαρα όλα σε έναν άγνωστο τόπο»
Το πόσα σχέδια έχουν χαλάσει από έναν μεγάλο έρωτα στα 30 το γνωρίζουν όλοι. Ο Βινς ανήκει στην κατηγορία ανθρώπων που πήγαν σε έναν ξένο τόπο τον οποίο δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ και πήραν αποφάσεις ζωής. Στην επόμενη σκηνή της ταινίας της ζωής του, έχει αγοράσει έναν μικρό χώρο στην οδό Βενιζέλου και φεύγει για Σαουδική Αραβία με στόχο να μαζέψει χρήματα και να επιστρέψει πολύ γρήγορα. Κι επιστρέφει σχεδόν αμέσως, αρχές του 1982, όταν και ξεκινά να φτιάχνει αυτό που ονειρεύτηκε ως μαγαζί του…
«Δεν είχα ιδέα από νύχτα, δεν γνώριζα παρά ελάχιστα για την Ελλάδα, δεν είχα πλεόνασμα χρημάτων. Τα ρίσκαρα όλα ερχόμενος στη Νέα Μάκρη, γιατί έψαχνα άλλη μια αλλαγή στη ζωή μου, γιατί είδα μια επαγγελματική ευκαιρία και ήθελα να είμαι κύριος του εαυτού μου, γιατί αγάπησα το μέρος με τη θάλασσα και τους ζεστούς ανθρώπους.

Ήταν τόσο απλό, αλλά και τόσο σύνθετο συγχρόνως. Μέσα σε λιγότερο από τέσσερις μήνες, με πολλή προσωπική δουλειά και με τη σφραγίδα του δικού μου γούστου και στυλ, τον Μάιο του 1982 άνοιξα το Win’s Pub, στη Βενιζέλου, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Ruca».
Σε μια… αγνή Νέα Μάκρη, που έχει καφετέριες, εστιατόρια, αλλά όχι μπαράκια, η παμπ του Βίνφριντ μοιάζει πολύ διαφορετική. Είναι ένα μέρος χωρίς καφέ, χωρίς φαγητό, μόνο με ποτά. Μία γερμανικού τύπου μπυραρία, με mainstream και ντίσκο μουσική, ξύλινη απ’ άκρη σε άκρη, με μια άγνωστη στην τότε εποχή κουλτούρα. Κι όλη αυτή η διαφορετικότητά της, μαζί με τον ίδιο τον ιδιοκτήτη της, γίνονται τελικά τα μεγάλα της πλεονεκτήματα.
Οι ντόπιοι αρχικά είναι καχύποπτοι, «τι δουλειά έχει εδώ ένας ξένος». Αλλά το μαγαζί γεμίζει τα βράδια από τουρίστες κι, όπως λέει ο Βιν, «ο κόσμος φέρνει κόσμο».
Το πρώτο καλοκαίρι περνά και δείχνει ότι η παμπ έχει μέλλον. Το ίδιο και το δεύτερο με ακόμα περισσότερη πελατεία, ακόμα περισσότερους ντόπιους. Ο Βιν κάθε χρόνο κάνει ανανέωση, προσθέτει κάτι από το στυλ του σε κάθε γωνιά του μαγαζιού και πολύ γρήγορα, το Win’s μετατρέπεται σε ένα από τα δημοφιλέστερα στέκια στη Νέα Μάκρη. Είναι το meeting point, το μαγαζί που ξέρεις ότι θα πας και θα βρεις γνωστούς και φίλους.

Ο Γερμανός γίνεται ένα με τους ντόπιους, βγαίνει από το μπαρ όπου αρχικά δούλευε και φροντίζει να μη λείπει τίποτα από κανέναν. Πάντα με εξτρίμ καλόγουστο ντύσιμο, πάντα με καλλιτεχνικές και πρωτοποριακές ιδέες, πάντα ευγενικός και χαμογελαστός.
«Αν με ρωτήσεις σήμερα, θα σου πω ότι τελικά τα μεγάλα μυστικά του μαγαζιού ήταν ότι πρόσφερε κάτι διαφορετικό στην περιοχή, ότι ήταν πολύ προσεκτικά διακοσμημένο και σε έκανε να νιώθεις ζεστασιά, αλλά και ότι φροντίζαμε όλοι να είναι ικανοποιημένοι», λέει στη MP.
Η χρυσή εποχή
Φτάνοντας στο 1987, το Win’s είχε πια τόσους πελάτες, που αδυνατούσε να τους φιλοξενήσει όλους στη μικρή αυλή και το εσωτερικό του, που με έναν μαγικό τρόπο όταν άνοιγες παράθυρα και πόρτες, έμοιαζε σαν ενιαίος χώρος.
Ο κόσμος έφτανε πια να κάθεται με το ποτό του στη Βενιζέλου και την Ποσειδώνος κι όταν το μαγαζί έκλεινε, στις 03.30 με 04.00 τα ξημερώματα, το προσωπικό ξόδευε μπόλικο χρόνο να μαζέψει τα ποτήρια από το στενό και την παραλία.
Άλλωστε, η φήμη της «ωραίας παμπ στη Νέα Μάκρη», είχε φτάσει πια μέχρι την Αθήνα και έχτισε κι έναν μικρό μύθο, μια και την εποχή του νόμου Παπαθεμελή, τα φώτα έκλειναν μεν στις 02.00, όπως όριζε το πλαίσιο, αλλά το Win’s παρέμενε γεμάτο…

Ακούγεται ίσως περίεργο, αλλά το Win’s δεν έκανε ποτέ αυτό που επιχειρηματικά ονομάζουμε «κοιλιά». Άλλαξε σελίδα το 1997, όταν ο Βινς αναγκάστηκε να φύγει από τη νύχτα μια και ως πατέρας, ήθελε να μεγαλώσει τα παιδιά του με πιο συμβατικούς τρόπους. Μετακόμισε στο Μοσχάτο, εξέλιξε την καλλιτεχνική του φύση δουλεύοντας με γυαλί και μέταλλο σε μια εταιρεία με κρύσταλλα και ουδέποτε σκέφτηκε να φύγει από την Ελλάδα.
«Ο Έλληνας ξέρει να πίνει και πληρώνει με χαρά το ωραίο»
«Δεν μετάνιωσα ποτέ για ό,τι έκανα. Χωρίς να ξέρω τη νύχτα, έφτιαξα ένα μαγαζί σε έναν ξένο τόπο κι ο κόσμος το αγκάλιασε. Νομίζω ότι η Win’s Pub άφησε αποτύπωμα στη Νέα Μάκρη, γι’ αυτό άλλωστε και είχε δυναμική παρουσία για 15 χρόνια. Ο Έλληνας είναι εύκολος στη διασκέδαση. Είναι ανοικτός άνθρωπος και αυτό που μου άρεσε τότε ήταν ότι έπινε με τρόπο. Όχι για παράδειγμα όπως οι Γερμανοί. Έχει σχεδόν πάντα τον έλεγχο. Επιπλέον, όταν περνά καλά και βρίσκει ωραίο αυτό που του προσφέρεις, θα το πληρώσει χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά».

Είκοσι επτά χρόνια έχουν περάσει από την αλλαγή σελίδας στη ζωή του και το κλείσιμο της pub κι ο Βιν ακόμα θυμάται στιγμές, ιστορίες, περιστατικά όσο μιλάμε στην αυλή του σπιτιού του στη Νέα Μάκρη. Και δεν σκέφτεται πάνω από δευτερόλεπτο την απάντηση στην αυθόρμητη ερώτηση «θα έφευγες ξανά στα 26 σου από τη Σαουδική Αραβία για να ανοίξεις μαγαζί στη Νέα Μάκρη;».
«Αύριο»…


















































