«Έβλεπα ανθρώπους να καίγονται ζωντανοί»

Η περιγραφή του Αλέξανδρου Κάλντγουελ (σ.σ. στη συνέντευξη που μας παραχώρησε) μάς καθήλωσε. Ήταν μακράν η πιο συγκλονιστική από όσες έχουμε ακούσει για το απόγευμα της 23ης Ιουλίου. Το παραμικρό σχόλιο περιττεύει…

«Ήρθα το καλοκαίρι για να δω τη μητέρα, την αδελφή και τους φίλους μου. Εκείνο το μεσημέρι ήμουν σπίτι στο Μάτι με την αδελφή μου. Μυρίζαμε για ώρα καμένο, αλλά θεωρούσαμε ότι είχε να κάνει με τη φωτιά στην Κινέττα. Κάποια στιγμή αντιληφθήκαμε ότι μάλλον κάπου πιο κοντά έχει πιάσει φωτιά, αλλά δεν ανησυχήσαμε μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας φίλος. “Άλεξ φύγετε, η φωτιά μπαίνει στο Μάτι”.

Άρπαξα αμέσως την αδελφή μου και βγήκαμε έξω. Ακριβώς έξω από το σπίτι είδαμε τη μητέρα μου μέσα στο αυτοκίνητο. Μόλις είχε φτάσει επιστρέφοντας άρον άρον από τη δουλειά. Ήθελε να μπει σπίτι να πάρει κάποια προσωπικά αντικείμενα. Δεν την άφησα. Μπήκαμε στο αμάξι προχωρήσαμε λίγα μέτρα και παγιδευτήκαμε στην κίνηση. Μπροστά μας σταματημένα αυτοκίνητα και πίσω μας η φωτιά να έρχεται σαν ένα κύμα 20 μέτρων που λυσσάει. Έκλεισα τα παράθυρα. Πεθαίναμε. Μας πέρασε από πάνω κι άκουσα την αδελφή μου να λέει “καίγεται η πλάτη μου”. Ενστικτωδώς άνοιξα την πόρτα, μπήκε μέσα οξυγόνο κι αρχίσαμε να καιγόμαστε. Βγήκαμε άρον άρον έξω. Η μητέρα μου είχε πάθει σοκ κι είχε μείνει κολλημένη στη θέση του οδηγού. Με το που την έσυρα έξω, το αμάξι έπαθε ανάφλεξη. Τρέξαμε προς το λιμάνι. Όχι από τον δρόμο που πήγαν όλοι οι υπόλοιποι, αλλά μέσα από τα στενά και την πυλωτή μιας πολυκατοικίας.

Τρέχαμε μαζί με τη φωτιά κι είδα ακραία πράγματα. Μια οικογένεια να έχει παγιδευτεί μέσα στο αμάξι, γιατί οι πόρτες από τη θερμοκρασία δεν άνοιγαν. Κι ένα παιδάκι να απλώνει το χέρι του και να μου ζητά βοήθεια ενώ καιγόταν… Το μυαλό σου κολλάει, σκέφτεσαι μόνο πώς θα σωθείς. Όταν πια φτάσαμε στο νοσοκομείο, όπου μείναμε και οι τρεις για εβδομάδες, η μητέρα μου μονολογούσε συνεχώς. “Χάσαμε τα πάντα”, έλεγε, αλλά είχε πολύ άδικο. “Είναι κρίμα να το λες αυτό. Χάσαμε ένα σπίτι αλλά είμαστε όλοι εδώ”…»

«Ο φίλος μου ο Στέφανος»

Μαμά και αδελφή έπαθαν εγκαύματα κυρίως, αλλά όχι μόνο, στα πόδια, ενώ ο Άλεξ είχε σοβαρά στο πρόσωπο. Χρειάστηκε να υποβληθεί σε επέμβαση και να βάζει για καιρό ένα κάρο αλοιφές. Πανάκριβες. Σπίτι δεν υπήρχε, πια, χρήματα δεν υπήρχαν, αλλά υπήρχαν φίλοι… Ο Τσιτσιπάς δεν ξέχασε τον παλιό του αντίπαλο και καλό του φίλο και άνοιξε έναν λογαριασμό όπου συνέδραμαν οικονομικά άτομα από όλο τον κόσμο.

«Εκτός από μεγάλος τενίστας, ο Στέφανος είναι ένα παιδί με μεγάλη καρδιά. Μας βοήθησε πάρα πολύ η πρωτοβουλία του και του οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Μάλιστα πέρα από το άνοιγμα του λογαριασμού, είχε μιλήσει για μας σε μια συνέντευξη και είχε κάνει γνωστή την ιστορία μας».

Όταν έγινε η συνέντευξη, ο Τσιτσιπάς δεν είχε κάνει ακόμη το θαύμα να αποκλείσει τον Φέντερερ και να φτάσει στον ημιτελικό του Australian Open. Αλλά ο Άλεξ δεν πρέπει να εξεπλάγη από αυτό το κατόρθωμα…

«Ο Στέφανος έφευγε για αγώνες στο εξωτερικό στα 12 του και εμείς λέγαμε “μα τι κάνει, πού πάει τόσο μικρός;”. Δεν έφτασε εδώ τυχαία και δε νομίζω να του λείπει το παραμικρό για να γίνει σύντομα ο νούμερο ένα».