του Στέλιου Πλακίτση

Ο κ. Στέλιος Πλακίτσης είναι ζωντανή ιστορία για τον Μαραθώνα. Με το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του, οι ιστορίες του μάς ταξιδεύουν στο παρελθόν.


Ίσως πολλοί Νεομακρινοί να ακούν για πρώτη φορά την ονομασία «Κάρλα» κάτι όχι περίεργο, αφού με την παρελθοντολογία μου θα ταξιδέψω περίπου 60 χρόνια πίσω.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, Πρόεδρος της Κοινότητας Νέας Μάκρης εκλέγεται ο φιλοπρόοδος και οραματιστής αυτού του χωριού, ο αείμνηστος Συμεών Παπαδόπουλος. Τότε, σύμφωνα με τον νόμο που επικρατούσε, ο Πρόεδρος εκλεγόταν από έμμεση εκλογή του Συμβουλίου και η θητεία του ήταν διετής.

Έτσι, στα 2,5 περίπου χρόνια που διήρκεσε η Προεδρία του, σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα, οραματίστηκε και πραγματοποίησε αρκετά έργα που αναφέραμε αναλυτικά σε προηγούμενο ρεπορτάζ που είχαμε αφιερώσει στον αείμνηστο αυτόν Κοινοτάρχη. Μεταξύ άλλων, στον χερσαίο χώρο της παραλιακής μεριάς της Νέας Μάκρης, δημιούργησε ένα αναψυκτήριο για τις ανάγκες των λουομένων, αφού τότε υπήρχαν μόνο ψαροταβέρνες, αλλά όχι καφέ. Αυτός ο χώρος, λοιπόν, πωλούσε αναψυκτικά, παγωτά ξυλάκια και κασάτα. Ο επιχειρηματίας που είχε ενοικιάσει τον χώρο, ονόμασε το μαγαζί «Κάρλα». Και η Κάρλα με τον καιρό έγινε «στέκι» της νεολαίας. Παιδιά Νεομακρινών, Μαραθωνιτών, αλλά και παιδιά οικογενειών που παραθέριζαν τότε σε ενοικιαζόμενα σπίτια του προσφυγικού οικισμού, αλλά και στις κατασκηνώσεις του Ζούμπερι, του Αγίου Ανδρέα και στο Μάτι, περνούσαν εκεί πολύ από τον χρόνο τους.

Το λιμανάκι της Νέας Μάκρης στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ευχαριστούμε τον κ. Γεώργιο Κούρτη, ιδιοκτήτη της ψαροταβέρνας «Τα Βοτσαλάκια» για τη φωτογραφία

Με την επανάληψη της λειτουργίας του, ο χώρος μετετράπη σε μουσικό κέντρο για τους νεολαίους και όχι μόνο, αλλά έγινε και της μόδας κατά τους θερινούς μήνες. Με δυνατή μουσική και με ξένο «λάτιν» μοτίβο κατά καιρούς. Το μαγαζί πέρασε από πολλά χέρια ενοικιαστών, χωρίς ιδιαίτερη αξιοποίηση του χώρου.

Η αλλαγή σκυτάλης και η γέννηση του “Defacto”

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και επί δημαρχίας Βασίλη Τζιλάβη, βγήκε σε δημοπρασία και πλειοδότες ανακηρύχτηκαν δύο νέοι άνθρωποι, πεπειραμένοι στον χώρο της εστίασης, αφού είχαν εργαστεί σε κορυφαία ξενοδοχεία της Αθήνας αλλά και ξεχωριστούς χώρους εστίασης. Με όπλα το μεράκι, το γούστο, την πείρα, το κέφι και τη δύναμη, πήραν το εγκαταλελειμμένο αναψυκτήριο και το ανακαίνισαν με νέα μορφή, ονομασία και προσφερόμενα είδη. Η «Κάρλα», λοιπόν, έγινε “Defacto” και αποτέλεσε μια ξεχωριστή παρουσία στο ανερχόμενο παραλιακό μέτωπο της Νέας Μάκρης ενώ ομόρφυνε όλη την περιοχή, σαν σύγχρονο ρεστοράν αλλά και σνακ-μπαρ, προσφέροντας μέχρι είδη ζαχαροπλαστικής και παγωτό. Θυμάμαι ότι η συγκεκριμένη περιοχή της παραλίας ονομάστηκε «Λιμανάκι», εξαιτίας της ομώνυμης ταβέρνας που είχε ο Νίκος Ζαχαρόπουλος, γαμπρός της Νεομακρινής οικογένειας Μαυρίκου.

Παρέα με τον Καζαντζίδη

Ήταν περίπου 1956 όταν ήρθε στον Μαραθώνα, αρχές του καλοκαιριού, ο αείμνηστος φίλος και τραγουδοποιός, Στέλιος Καζαντζίδης και με κάλεσε για μεσημεριανό τραπέζι στον Ζαχαρόπουλο, με τον οποίο ήταν συγγενής. Είχε έρθει οδηγώντας ένα Mercedes 170, απομεινάρι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το αυτοκίνητο αυτό είχε «μασπιέδες», εμφανή φτερά και ξεχωριστά φώτα και οι πόρτες άνοιγαν ανάποδα. Περιγράφω με λεπτομέρεια αυτό το Mercedes, διότι αργότερα έγινε μία από τις πιο ακριβές αντίκες της σειράς αυτοκινήτων της Daimler-Benz.

Και ποιος δεν ήταν σε αυτό το τραπέζι. Ο «πατριάρχης» της δισκογραφίας και αντιπρόσωπος της “Columbia”, Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, με το πρωτοκλασάτο στέλεχός του, Μηλιόπουλο, ο Γιώργος Μητσάκης με την Άννα Χρυσαφή, ο Τσιτσάνης με τη Νίνου, ο Παπαϊωάννου με τη Ρένα Ντάλια, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, ο Θεόδωρος Δερβενιώτης, η Καίτη Γκρέυ, η Πόλυ Πάνου, ο Μπάμπης Μπακάλης και αρκετοί υπάλληλοι της «Χις-Μάστερ Βόις».
Ο Ζαχαρόπουλος μαζί με τη γυναίκα του είχαν βάλει όλη τους τη δύναμη να παρουσιάσουν ένα «λουκούλλειο» γεύμα με την προτροπή και την εποπτεία του Γενικού Διευθυντή της “Columbia”, Νικάνδρου Μηλιόπουλου, που ήταν και παραθεριστής στο σπίτι του Νίκου Ζαχαρόπουλου.

Έκανα αναφορά σε αυτό το γραπτό μου σήμερα, για να θυμίσω ότι η παραλία της Νέας Μάκρης μετά από τον πόλεμο, έγινε μια γραφική μεριά με Στουραΐτικες βάρκες που έφερναν πρωινά και φρέσκα ψάρια, αλλά και με την παραδοσιακή ταβέρνα του Λευτέρη Κούρτη «Τα Βοτσαλάκια», που μαζί με την ταβέρνα του Ζαχαρόπουλου «Το Λιμανάκι» είχαν αποκτήσει μεγάλη πελατεία Αθηναίων, αλλά και ντόπιων.

Θεωρώ, όμως, βέβαιο ότι εδώ και τριάντα χρόνια πλέον, με τη λειτουργία του “Defacto” των πεπειραμένων επιχειρηματιών Αντώνη Μεταξά και Τάκη Δανόπουλου, η περιοχή αυτή ανέβηκε, με αποτέλεσμα τους θερινούς μήνες, αλλά και τις αργίες, να γίνεται το αδιαχώρητο στην ευρύτερη περιοχή του παραλιακού μετώπου.

Η μακρόχρονη κρίση των δέκα και πλέον ετών, που βιώνει η χώρα, έχει προκαλέσει αφαίμαξη των επιχειρηματιών με φόρους, ΦΠΑ, δημοτικά τέλη, έξοδα τα οποία με τη σειρά τους επιβάρυναν τις τιμές των προσφερόμενων ειδών με φοβερή επίπτωση στη μείωση και την απομάκρυνση της πελατείας.

Τα φώτα έσβησαν

Και φτάνουμε στο σήμερα. Είναι Σάββατο βράδυ, παραμονή των εορτών, και περνώντας από το σημείο για το οποίο γίνεται η αναφορά, είδα τα φώτα του πολυφωτισμένου και ιστορικού “Defacto” σβηστά. Το μαγαζί σκοτεινιασμένο. Σαν παλιός επιχειρηματίας, σταμάτησα και αναρωτήθηκα «γιατί;».

Κάποιος διερχόμενος γνώριμός μου με πληροφόρησε ότι μια δικαστική αντιδικία με τη Δημοτική Κοινότητα της Νέας Μάκρης είχε σαν αποτέλεσμα το κλείσιμο του “Defacto” χρονιάρες μέρες, χωρίς να σεβαστεί όχι μόνο τους επιχειρηματίες που είχαν δημιουργήσει ένα «στολίδι», αλλά και τους δεκάδες εργαζόμενους.

Η οποιαδήποτε ενέργεια της Δημοτικής Κοινότητας Νέας Μάκρης και βιαστική είναι και καταστροφική και κατακριτέα. Πριν αποφασίζουν οι διοικούντες, πρέπει να γνωρίζουν τις ολοκληρωτικές συνέπειες που μπορεί να αποφέρει το κλείσιμο μιας 35χρονης επιχείρησης. Ακόμη, οι διοικούντες την Δημοτική Κοινότητα Νέας Μάκρης πρέπει να γνωρίζουν ότι είναι αιρετοί και περαστικοί και οφείλουν, στο «πέρασμά» τους, να προσέχουν να μην αφήνουν πίσω τους συντρίμμια.

Και θα τελειώσω με μία ρήση: Για να κάνεις μια ωραία ομελέτα, πρέπει να σπάσεις φρέσκα αβγά, ημέρας και όχι κλούβια! Γιατί το “Defacto” έγραψε τη δική του ιστορία και τα φώτα του πρέπει γρήγορα να ξανανάψουν.