Είχα την τύχη να γνωρίσω τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, όταν έφτασε στην Ελλάδα ύστερα από δέκα και πλέον χρόνια διαμονής του στο εξωτερικό, σε Παρίσι, Λονδίνο κλπ.

Τότε εργαζόμουν στα «ΝΕΑ», στο γραφείο του διευθυντή της εφημερίδας, αείμνηστου Κώστα Νίτσου. Ένα πρωινό ήρθε στο γραφείο ο Γιώργος Πηλιχός, δημοσιογράφος των «Νέων» και με ρώτησε αν μπορεί ο διευθυντής μας να δεχθεί τον Μίκη Θεοδωράκη. Το ραντεβού κλείστηκε για την επόμενη μέρα, όπου κατέφθασαν οι δύο άντρες, Πηλιχός και Θεοδωράκης.

Ο άγνωστος κύριος

Ένας άγνωστος κύριος για εμένα, αλλά και για τον πολύ κόσμο. Εντυπωσιάστηκα που τον είδα, καίτοι παρότι ήταν ανοιξιάτικος μήνας, εκείνος φορούσε ένα παλτεσού (σ.σ. κοντό παλτό). Ήταν ένας πανύψηλος 35αρης, απόλυτα συμπαθής. Το ραντεβού κράτησε για λιγότερο από μία ώρα κι αυτό που συζητήθηκε ήταν να δώσει στον Γιώργο Πηλιχό την πρώτη του συνέντευξη για τα «ΝΕΑ», για τα σχέδια, τα όνειρά του και την παραμονή του πλέον στην Ελλάδα.

Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε τις επόμενες ημέρες στις στήλες της εφημερίδας, τότε που η κυκλοφορία της άγγιζε τα 250.000 φύλλα ημερησίως.

Η πρώτη συναυλία

Μετά από έναν χρόνο περίπου, ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι με κάλεσε ο Στέλιος Καζαντζίδης για φαγητό στο σπίτι του, το οποίο βρισκόταν στη συμβολή των οδών Κνωσού και Πατησίων. Εκεί τον είδα να «γρατζουνάει» την κιθάρα του και να περνάει στις νότες του διάφορα τραγούδια που του είχε εμπιστευθεί ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος κι αυτός έφτασε μετά από λίγο στο διαμέρισμα του Στέλιου.

Σκοπός της επίσκεψης του Μίκη ήταν η προετοιμασία για την πρώτη του συναυλία που θα έδινε στο αθηναϊκό κοινό, ύστερα από την ολοκλήρωση των πρώτων 12 τραγουδιών του, με ένα ξεχωριστό καλλιτεχνικό επιτελείο αποτελούμενο από τους Καζαντζίδη, Μανώλη Χιώτη και Γρηγόρη Μπιθικώτση, τους σολίστες Κώστα Παπαδόπουλο και Λάκη Καρνέζη και λοιπούς αξιόλογους μουσικούς της εποχής εκείνης.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είχε «ανασυρθεί» από τη Γ’ και Β’ κατηγορία για να συμμετάσχει στη συναυλία αυτή, χάρη στην ξεχωριστή του γνωριμία και τη στενή σχέση που είχε αποκτήσει με τον Μίκη στο μαρτυρικό Μακρονήσι. Ο Μίκης Θεοδωράκης τον πήρε από τα γραφικά ταβερνάκια του Αιγάλεω και του Περιστερίου, τον προπόνησε και τον ενέταξε στην τετράδα αυτής της Α’ Εθνικής κατηγορίας, όπου στο μέλλον ο Μπιθικώτσης αναδείχθηκε ΣΕΡ με τα τραγούδια του Θεοδωράκη.

Το αίτημα του Θεοδωράκη στο γεύμα εργασίας που είχε ετοιμάσει η Μαρινέλλα -η Κίτσα, όπως την φωνάζαμε τότε- ήταν να βρεθεί ένα κινηματοθέατρο της Αθήνας, πλησίον της Ομόνοιας, προκειμένου να φιλοξενήσει τη συναυλία αυτή. Τους πρότεινα, παρακολουθώντας τη συζήτηση, το γήπεδο «Σπόρτινγκ», το οποίο απέκλεισε ασυζητητί. Επέμεινε για θέατρο πλησίον της Ομόνοιας.

Εισιτήρια τέλος σε δύο μέρες

Τότε είχα φιλία με τον Χρήστο Σπέντζο, ο οποίος είχε την εταιρεία «Σπέντζος Φιλμ» και την εκμετάλλευση του κινηματογράφου Ιντεάλ στην οδό Πανεπιστημίου, ιδιοκτησίας της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος.

Υποσχέθηκα στον Μίκη ότι το βράδυ θα συναντήσω τον Σπέντζο και την επομένη θα του δώσω απάντηση. Βρέθηκα μαζί του, αλλά μου απέκλεισε την παραχώρηση του Ιντεάλ, διότι απαγορευόταν στους όρους του συμβολαίου η επινοικίασή του.

Την εποχή εκείνη ο Χρήστος Σπέντζος είχε αποκτήσει από αντιπαροχή το θέατρο «Άλφα» στην οδό Στουρνάρη. Στην πρότασή μου να αξιοποιήσουμε το θέατρο αυτό, φάνηκε διστακτικός. Γνωρίζοντας τον Θεοδωράκη, φοβόταν, όπως μου είπε, μήπως οι «Κουκουέδες» που θα παρακολουθούσαν τη συναυλία, του καταστρέψουν το θέατρό του.

Τελικά αποδέχθηκε την πρότασή μου, συμφωνήθηκε και με τους διοργανωτές κι ορίστηκε η ημερομηνία της συναυλίας. Για λόγους σκοπιμότητας η ανακοίνωση της ημερομηνίας «πέρασε» στα ψιλά γράμματα των εφημερίδων της εποχής… Εξάλλου, η συναυλία αυτή, πρώτη για τον Μίκη, ήταν μια πρόβα τζενεράλε, όπως την ονόμαζε.

Την προπώληση των εισιτηρίων ανέλαβε το Δ’ Αστυνομικό Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων, το οποίο υποχρέωνε τους ενδιαφερόμενους να επιδεικνύουν το Δελτίο Ταυτότητας και τη χρονολογία γέννησης. Όπερ κι εγένετο. Δεκαπέντε ημέρες πριν τη συναυλία ξεκίνησε η προπώληση και μέσα σε μόλις δύο ημέρες εξαντλήθηκαν όλα τα εισιτήρια.

Την ημέρα που είχε προγραμματιστεί η συναυλία, κατέφθασαν στην Πατησίων και την οδό Στουρνάρη εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, προφανώς οπαδοί της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), με σκοπό να εισέλθουν στο θέατρο. Με μεγάλη προσπάθεια των Αστυνομικών, κατόρθωσαν να εισέλθουν μόνο όσοι είχαν το εισιτήριο ανά χείρας και μόλις διαπιστώθηκε ότι έχει μπει κι ο τελευταίος θεατής, έκλεισαν τα ρολά του θεάτρου.

Παράλληλα, οι αστυνομικοί ζήτησαν να τοποθετηθούν μεγάφωνα έξω από το θέατρο για την ακρόαση από τους χιλιάδες οπαδούς της ΕΔΑ που βρίσκονταν απ’ έξω. Πριν ξεκινήσει η συναυλία, ο Μίκης ζήτησε από τους φίλους του και συναγωνιστές, όπως τους αποκάλεσε, να είναι ήσυχοι, με την υπόσχεση ότι θα δώσει προσεχώς συναυλίες σε μεγάλο χώρο.

Όμως, η επόμενη συναυλία δεν έγινε σε ανοιχτό χώρο, γήπεδο, κλπ, αλλά στο θέατρο «Κεντρικόν» στην πλατεία Κολοκοτρώνη, όπου οι σύντροφοί του τα έκαναν γυαλιά-καρφιά. Έκτοτε, η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών δεν παρείχε νέα άδεια…

Πέρασαν από τότε 60 ολόκληρα χρόνια… Οι αναμνήσεις μου με οδήγησαν σε αυτό το χρονογράφημα, μέσα από τις σελίδες της MP, με την ευκαιρία του θανάτου του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, που έφυγε την Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου του 2021, διανύοντας τη δέκατη δεκαετία της ζωής του.

Να είσαι αείμνηστος, φίλε Μίκη.