Μαραθωνίτες στρατεύσιμοι στη γραμμή του πυρός στα Αλβανικά. Από αριστερά: Ευάγγελος Λεων. Γεραμάνης, Δημήτριος Σπυρ. Ντάσης, Δημήτριος Τσούτης, Κωνσταντίνος Τσούτης, Ευριπίδης Μητσός, Ευάγγελος Ελευθερίου και στην άκρη ίσως Βορειοηπειρώτης Αλβανός, ενταγμένος στον Ελληνικό Στρατό. Ευχαριστώ τον Γιώργο Δημ. Ντάση για τη φωτογραφία.

Γράφει ο Στέλιος Πλακίτσης

Μπορεί να πέρασαν 80 και πλέον χρόνια από αυτή την ιστορική ημέρα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, αλλά οι μνήμες μένουν ακόμη ζωντανές. Τότε ήμουν τεσσάρων χρονών και κάτι μηνών και οι εικόνες αυτής της ιστορικής ημέρας χαράχτηκαν στο τότε παιδικό μου μυαλό.

Παρασκευοσαββατοκύριακο στον Μαραθώνα και οι κάτοικοι γιορτάζουν τους Δημήτρηδες και τις Δημητρούλες για την ονομαστική τους εορτή. Όλα τα σπίτια είχαν εορταστικό στολισμό με δημητριάτικα και χρυσάνθεμα που μοσχοβολούσαν στις αυλές των σπιτιών, αλλά και των εορταζόμενων ειδικότερα. Οι φούρνοι οι σπιτικοί μύριζαν από το ψήσιμο της γαλοπούλας και του χοιρινού και η τσίκνα ανέβαινε στον καθαρό ουρανό.

Οι κάνουλες μπήκαν στα βαρέλια για τα κοκκινέλια και την κεχριμπαρένια ρετσίνα. Ο απόηχος της εορτής του Αγίου Δημητρίου συνεχίστηκε και την Κυριακή με πατροπαράδοτα γλέντια μέσα στην καρδιά του φθινοπώρου που άρχιζαν τα φύλλα των αμπελιών να κιτρινίζουν και να γδύνονται πάνω από τα κούτσουρα των κλιμάτων.

Χαράματα Δευτέρας κι οι σειρήνες ηχούν παράξενα. Η μία ήταν τοποθετημένη στην ταράτσα του σπιτιού του κοινοτάρχη Κωνσταντίνου Αν. Χρυσίνα, που βρισκόταν στην κεντρική πλατεία και δίπλα από τον Άγιο Ιωάννη, και η άλλη στο παλαιό Σχολαρχείο, όπως το έλεγα, στο κτήριο που στεγάζονται σήμερα ορισμένες υπηρεσίες του Δήμου Μαραθώνα στην οδό Μιλτιάδη Μαντά.

Ο Γ. Πλακίτσης, πατέρας του Στέλιου Πλακίτση

Όλοι οι κάτοικοι ανήσυχοι κι αγουροξυπνημένοι έτρεξαν στην κεντρική πλατεία του Μαραθώνα. Η ηλεκτρική εταιρεία του Κάκαρη άναψε τις μηχανές και ο Μαραθώνας ηλεκτροφώτισε το «μαύρο σκοτάδι» που έμελλε από αυτή την ημέρα να διαρκέσει για δέκα χρόνια για την πατρίδα μας. Ήρθαν τα μαύρα και πέτρινα χρόνια που ετοιμάζονταν από τις φασιστικές αυτοκρατορίες των Γερμανών και Ιταλών.

Το καφενείο του αείμνηστου πατέρα μου άνοιξε από τα πρώτα τις πόρτες και σε λίγα λεπτά δεν έπεφτε βελόνα, που λένε, για να μεταδώσει μέσα απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο του χωριού τα μαύρα μαντάτα που περίμεναν τον τόπο μας. Το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας μεταδίδει πατριωτικά εμβατήρια χωρίς τη μετάδοση κάποιου σημαντικού νέου. Το χάραμα της ημέρας βρίσκει όλο τον Μαραθώνα να έχει συγκεντρωθεί στην κεντρική πλατεία, γυναικόπαιδα και γέροντες άνδρες και γυναίκες, όλος ο πληθυσμός του χωριού.

Τα σήματα που λαμβάνει ο τότε τηλεφωνητής του χωριού, αείμνηστος Μιλτιάδης Ανδρεάδης, τα στέλνει στον κοινοτάρχη Κωνσταντίνο Αν. Χρυσίνα. Με το πρώτο φως της ημέρας στήνεται υπαίθριο συνεργείο στην πλατεία από την κοινότητα προκειμένου να αρχίσει η επιστράτευση.

Η φωνή του σπίκερ του ραδιοφώνου Κωνσταντίνου Σπυρόπουλου με στόμφο αναγγέλλει τη γενική επιστράτευση. Καλούνται στα όπλα προς κατάταξη άνδρες 20 χρονών, κληρούχοι και έφεδροι μέχρι ηλικίας 30 χρονών.

Πρόθυμοι προσέρχονται οι νέοι του Μαραθώνα με το χαμόγελο στα χείλη, όπως ακουγόταν το τραγούδι με την εθνική τραγουδίστρια Σοφία Βέμπο. Σε λίγες ώρες είχε ολοκληρωθεί η επιστράτευση των νέων του χωριού, οι οποίοι με το χαρτί στα χέρια περίμεναν εντολή να αναχωρήσουν για το Μέτωπο της Αλβανίας για να ανακόψουν την κάθοδο των φασιστών του Μουσολίνι, εκεί ψηλά στη βόρεια Ήπειρο.

Οι καμπάνες του Αγίου Ιωάννη χτυπούσαν χαρμόσυνα, δίνοντας ευχή και δύναμη να πάνε όλα καλά και οι μακαριστοί ιερείς Παπαθόδωρος και Παπαγιώργης ξεκίνησαν να ψέλνουν τη Υπερμάχω Στρατηγώ, τα Νικητήρια. Γύρω στις 11 κατέφθασαν επτά-οκτώ αστικά λεωφορεία από την Αθήνα χρώματος καφέ που έγραφαν επάνω «Ομόνοια – Πατήσια» ή «Αμπελόκηποι – Πατήσια», κορνάροντας το «έ-έ-έρχεται» προς ενθουσιασμό των κατοίκων. Έκαναν τον κύκλο της πλατείας και στάθμευσαν επί της Λεωφ. Μαραθώνος δεξιά από την οικία του Λαμπρινόπουλου μέχρι το σημερινό μου γραφείο.

Ο επικεφαλής στρατολόγος σε άμεση συνεννόηση με τον κοινοτάρχη παρέλαβε τα φύλλα επιστράτευσης και ανήγγειλε τάχιστα την αναχώρηση των στρατευθέντων. Οι μηχανές του λεωφορείου μπήκαν σε κίνηση και οι στρατευμένοι κλήθηκαν να επιβιβασθούν προκειμένου να γίνει αναχώρηση. Κατά τον αποχωρισμό των νέων από τις οικογένειές τους ζήσαμε ένα απόσπασμα από αρχαία τραγωδία… Τα χειρόφρενα λύθηκαν και το πρώτο λεωφορείο ξεκίνησε. Ακολούθησε το δεύτερο, το τρίτο, μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια των συγγενών. Ο πόλεμος του 1940 έχει αρχίσει. Ένα γεγονός με διεθνές μήνυμα για τον κάθε παραλήπτη.

Ένας άνισος πόλεμος στα χιονισμένα βουνά της Ηπείρου, αλλά νικηφόρος, γκρεμίζοντας τα κάστρα, τα τανκ και τα κανόνια του φασίστα Μουσολίνι. Ένας πόλεμος αλλόκοτος. Η σύμπραξη, όμως, των Γερμανών λύγισε την ανδρεία των ηρωικών Ελλήνων πολεμιστών και τους ανάγκασε σε πλήρη οπισθοχώρηση. Εκεί αρχίζει η Κατοχή πρώτα από τους Ιταλούς και μετά από τους Γερμανούς. Η Ελλάδα μας, η πατρίδα μας, περνά στα χρόνια της Κατοχής και της ταπείνωσης για τρεισήμισι χρόνια σκλαβιάς, πείνας, κακουχιών και χιλιάδων θυμάτων.

Μια δεκαετία καταστροφής για την Ελλάδα στα μέσα του 20ου αιώνα. Μια καταστροφή που «γράφτηκε με τα μελανότερα γράμματα της νεοελληνικής ιστορίας», όπως τόνισαν ιστορικοί και ιστοριογράφοι.