Επάξια κατέκτησε αυτή τη θέση ύστερα από μακρόχρονη πορεία στον χώρο του δημοτικού τραγουδιού κι όχι μόνο.

Γεννημένος σε μια παραδοσιακή οικογένεια μουσικών, γρήγορα ξεχώρισε για το ταλέντο του. Άνοιξε τα μάτια του πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου το 1931 στο χωριό Κομπότι της Άρτας και στα παιδικά του νανουρίσματα άκουγε κλαρίνα και σαντούρια.

Σε ηλικία πέντε χρονών αγκάλιασε ένα λαούτο που ήταν πιο μεγάλο από το μπόι του, στη συνέχεια τον κέντρισε το σαντούρι, το τσίμπαλο και κατέληξε στο κλαρίνο που ήταν ο μεγάλος του έρωτας. Και σε αυτό διέπρεψε.

Ορφανός από πατέρα, ξεκίνησε πολύ νωρίς να ανέβει στο Πάλκο των πανηγυριών της Αρτινής περιοχής, πότε με τα αδέρφια του και πότε με τον κορυφαίο κλαρινετίστα της Άρτας, Νίκο Τζάρα. Η φήμη του δεν άργησε να γενικευθεί όχι μόνο στην Άρτα, αλλά και σε όλη την Ήπειρο, αντάμα με τους Χαλκιάδες και με άλλους γνωστούς Ηπειρώτες μουσικούς.

Η αστυφιλία τον κέρδισε και στο τέλος της δεκαετίας του ‘50 κατέβηκε στην Αθήνα και έγινε περιζήτητος από τις φωνογραφικές εταιρείες για τον ξεχωριστό τρόπο του παιξίματός του.

Γράφει στίχους, μουσική και επιλέγει άριστους τραγουδιστές, όπως τον Τάκη Καρναβά, τον Νίκο Σαραγούδα, την Τασία Βέρα, την Βιτάλη, τον Χριστοδουλόπουλο, την Σοφία Κολλητήρη, τον Δημήτρη Ζάχο, τον Στάθη Κάβουρα και τα τραγούδια του καταλαμβάνουν περίοπτη θέση στην κυκλοφορία.

Τα καλοκαίρια γίνεται περιζήτητος στα πανηγύρια της Δυτικής Ελλάδας με φιλικό προορισμό πάντα τα μεγάλα πανηγύρια στο Ξηρόμερο, στη Φιλιππιάδα, όπου αποθεώνεται από τους θαυμαστές του.

Επιτυχίες σε όλες τις ηπείρους

Με το πέρασμα του χρόνου καταλαμβάνει τις πρώτες θέσεις αναγνωρισιμότητας και η φήμη γενικεύεται πανελλαδικά και στον απανταχού Ελληνισμό.

Στο Παρίσι κάνει μεγάλη συναυλία μαζί με τον Γιώργο Κόρο, τον Κώστα Πίτσο και τον Μιχάλη Κλαπάκη μπροστά σε 25 χιλιάδες θεατές. Ταξιδεύει σε όλες τις Ηπείρους και γίνεται πλέον διάσημος σε Αμερική, Αυστραλία, Καναδά. Αποθεώνεται από τους ομογενείς, ικανοποιώντας όλα τα συναισθήματα που προκαλεί η νοσταλγία τους για την πατρίδα.

Έχοντας το χάρισμα του αυτοσχεδιασμού από τη θητεία του ως πρακτικός οργανοπαίκτης στον χώρο της Ηπειρωτικής Λαϊκής Μουσικής με τον «Σκάρο» και τα «Μοιρολόγια», ο Βασίλης Σούκας στην τελευταία του δεκαετία διεύρυνε το ενδιαφέρον του και σε άλλους μουσικούς χώρους.

Είτε αυτοσχεδιάζοντας με τον Ιρλανδό φιλέλληνα Ross Daly και τους συνεργάτες του πάνω σε μουσικούς δρόμους της Ανατολής, μια συνεργασία που έμελλε να είναι και η τελευταία του δισκογραφική παρουσία με την «Πνοή». Είτε συμμετέχοντας ως σολίστας σε έργα έντεχνης μουσικής του Κυριάκου Σφέτσα που εμπνέονται από την δεξιοτεχνική του και τις μουσικές του ευαισθησίες.

Σε μια προσπάθεια να διευρύνουν την δυτική μουσική σκέψη μέσα από τον γόνιμο διάλογο με την παραδοσιακή «Λυρική Σουίτα» (Φεστιβάλ Πατρών, 1987) και την «Διπλοχρωμία» (Φεστιβάλ Ηρακλείου Κρήτης, 1988) με την ορχήστρα ALEΑ του πανεπιστημίου της Βοστώνης, με μαέστρο τον Θεόδωρο Αντωνίου. Μάλιστα, τα έργα του Κυριάκου Σφέτσα από τα δύο φεστιβάλ έχουν εκδοθεί από τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις του Πανεπιστημίου Κρήτης προς τιμήν του Βασίλη Σούκα.

Συμπράττοντας με σολίστες της τζαζ και της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής, όπως το 1991 με τους Ντέιβιντ Λιντς (σαξόφωνο) και Νίκο Τουλιάτο (κρουστά) στο Μέγαρο Μουσικής.

Ο αξέχαστος Βασίλης Σούκας σε ένα ξεχωριστό ενσταντανέ 

Ο Ross Daly

Αναμφισβήτητα ο πολυτάλαντος Ιρλανδός και φιλέλληνας μουσικός Ross Daly ήταν απ’ αυτούς που θαύμασαν για την δεξιοτεχνία του τον Βασίλη Σούκα. Πάτησε στα χνάρια του, τον μιμήθηκε σε όλο του το μεγαλείο. Έγινε πιο Έλληνας μουσικός από τους Έλληνες αφού είχε πρότυπο τον χαρισματικό και ταλαντούχο Βασίλη.

Μεγάλο του έργο είναι η «Πνοή» που κυριολεκτικά ήταν η τελευταία πνοή του αλησμόνητου Σούκα. Συνεργάστηκε με κορυφαίους μουσικούς, σολίστες και τραγουδιστές, όπως με τον Γιώργο Νταλάρα, με τον Χρόνη Αηδονίδη, τον Διονύση Σαββόπουλο και τον Στέλιο Βαμβακάρη, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Γιώργο Παπασιδέρη, τον Κωνσταντίνο Ρούκουνα, τον Βασίλη Σαλέα, την Καίτη Γκρέυ και την κορυφαία Ελληνίδα τραγουδίστρια του δημοτικού τραγουδιού, Σοφία Κολλητήρη.

Οι τελευταίες εμφανίσεις

Οι τελευταίες εμφανίσεις του Βασίλη Σούκα ήταν στις 12 Μαρτίου 1993 στο Μέγαρο Μουσικής και στις 17 Μαρτίου στην αίθουσα τελετών του ΑΠΘεσσαλονίκης. Αν και ήταν στο τελευταίο τρίμηνο της ζωής του, οι ήχοι του κλαρίνου, ο αυτοσχεδιασμός , η δεξιοτεχνία του και η ευελιξία του έβγαλαν ήχους από Ηπειρώτικα μοιρολόγια λες και μετρούσε τις τελευταίες εκατό ημέρες της ζωής του. Ήταν τόσο προκλητικά απλός και συνάμα θαρραλέος, καίτοι μέσα του πίστευε ότι ήταν απέναντι με το αγαπημένο του κοινό για τελευταία φορά.

Ήταν ατελείωτος. Είχε παίξει όλα τα όργανα σαν πρακτικός. Ήταν ένας εμβληματικός μουσικός.

Η αγάπη για το ψαλτήρι

Ως θρησκευόμενο άτομο ήθελε να μπει στα βάθη της Βυζαντινής Μουσικής και να ανέβει σε ψαλτήρι σαν ξεχωριστός ψάλτης, η μοίρα, όμως, του έκοψε το νήμα της ζωής.

Μέσα σ’ αυτές τις ανησυχίες του, διάλεξε στα τελευταία του να γίνει μαθητής του αρχιψάλτη καθηγητή Βασίλη Κατσίφη κι ενώ ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς που θα κατέληγαν σε ένα ξεχωριστό αποτέλεσμα σε συνδυασμό μουσικής και ψαλμωδίας, τον πρόλαβε η επάρατος και του έσβησε το τελευταίο όνειρό του.

Στην τελευταία τους συνάντηση με τον Κατσίφη δεν άντεξε και του είπε θαρραλέα, «Δάσκαλε, παίξαμε και χάσαμε». Αυτή ήταν η τελευταία του φράση σε αυτό το απατηλό όνειρο να ανέβει στο ψαλτήρι.

Η γνωριμία μας και η συνεργασία με τον Στέλιο Καζαντζίδη

Είχα την τύχη να γνωρίσω αυτόν τον ξεχωριστό σολίστα στα πρώτα του χρόνια που βρισκόταν στην Αθήνα. Ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι του 1963, μου τηλεφώνησε ο Στέλιος Καζαντζίδης να συναντηθούμε για κάτι που θα τον βοηθούσα. Δούλευα την εποχή εκείνη στα «ΝΕΑ» στο γραφείο του Διευθυντή Κώστα Νίτσου και ήμουν διαχειριστής του περιοδικού «Θέατρο» που εξέδιδε. Η συνάντησή μας έγινε στην πλατεία Κλαυθμώνος, κάτω από το Υπουργείο Ναυτικών, για να φάμε στις ψησταριές.

Ο Στέλιος όταν ηχογραφούσε είχε θεσπίσει στο συγκρότημα της Λαϊκής Μουσικής των Μπουζουκιών να ξεκινάει η φωνογράφηση με σολάρισμα κλαρίνου, ή να παίζει στο φινάλε. Έτσι, του είχα συστήσει τον κορυφαίο κλαρινίστα Βασίλη Σαλέα με τον οποίο είχαμε συνυπηρετήσει πριν λίγα χρόνια στον στρατό και διατηρούσαμε φιλία, αλλά είχε πάει σε πανηγύρι και απουσίαζε. Έτσι πήγαμε στο καφενείο των μουσικών να βρούμε άλλο κλαρινίστα και στην αναζήτηση του Βαγγέλη Σούκα, αδελφού του Βασίλη, ο οποίος και αυτός απουσίαζε, έτσι από τυχαία σύμπτωση ο σερβιτόρος ευγενικά μας σύστησε τον Βασίλη Σούκα που ήταν σε διπλανό τραπέζι μαζί με δύο άλλους συναδέλφους του. Τον καλέσαμε να έρθει κοντά μας, συστηθήκαμε και όταν χαιρέτησε τον Στέλιο Καζαντζίδη ευγενικά σηκώθηκε από την καρέκλα και έκανε υπόκλιση για την γνωριμία αυτή, θαυμάζοντας τον λαϊκό βάρδο.

Ένας μεγάλος θαυμαστής του Βασίλη Σούκα ήταν ο διεθνούς φήμης Τούρκος σολίστας Μουσταφά Καντραλί, ο οποίος όταν έμαθε για τον θάνατο του, ήρθε στο Κοιμητήριο του Μαραθώνα και με το χάλκινο κλαρίνο του επί μια ώρα σολάριζε απαρηγόρητος πένθιμα εμβατήρια, με ξεχωριστή δεξιοτεχνία. Πριν τρία χρόνια είχαν εμφανιστεί παρέα στην ελληνική τηλεόραση μαζί με τον Νίκο Σαραγούδα στο ούτι και τον Κώστα Πίτσο στην κιθάρα, σε μια ξεχωριστή μουσική πανδαισία. Στη φωτογραφία η Λίτσα Σούκα με τον Μουσταφά κι εμένα, στο Κοιμητήριο του Μαραθώνα τον Οκτώβριο του 1993

Του ζήτησα να λάβει μέρος σε αυτή τη φωνογράφηση, αποδέχτηκε με ικανοποίηση την πρόσκληση και μας κάλεσε να τον ακούσουμε το βράδυ στα Καλύβια των Μεσογείων στο πανηγύρι, όπου θα εμφανιζόταν ως κλαρινίστας δίπλα στην Καίτη Γκρέυ και τον σολίστα του μπουζουκιού Θύμιο Στουραϊτη.

Η δεξιοτεχνία του Βασίλη ενθουσίασε τον Καζαντζίδη και την επομένη το πρωί το ραντεβού πραγματοποιήθηκε στην Ριζούπολη και στα στούντιο της Κολούμπια, όπου έλαβε μέρος στο συρτοτσιφτετέλι που τραγουδούσε ο Καζαντζίδης.

Μετά από αυτή την απρόοπτη συνάντηση, η φιλία μας διατηρήθηκε για πολλά χρόνια μέχρι κι εδώ στον Μαραθώνα που κατοικούσε μαζί με την αγαπημένη του σύντροφο Λίτσα και μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του.

Η παρακαταθήκη

Με τον πρόωρο θάνατο του Βασίλη Σούκα, τον Ιούνιο του 1993, η ελληνική δημοτική μουσική κι όχι μόνο, έχασε έναν ανεπανάληπτο μουσικό πάνω στη δράση και στα όνειρα που είχε. Και ήταν μόλις 62 χρονών…

Επιθυμία του ήταν να ενταφιασθεί στο κοιμητήριο εδώ στον ιστορικό Μαραθώνα όπου και κατοικούσε.

Ήταν ένα καυτό απόγευμα όταν έγινε η εξόδιος ακολουθία του στον Άγιο Παντελεήμονα. Ο προαύλιος χώρος γέμισε από συναδέλφους του. Οι Γιάννης Βασιλόπουλος, Κώστας Σούκας, Τάκης Σούκας, Νικόλαος και Γιασεμή Σαραγούδα, Γιώργος Καψάλης, Φιλιώ Πυργάκη, Ross Daly, Σοφία Κολλητήρη, Λευτέρης Ζέρβας και τόσοι άλλοι ήταν εκεί.

Μου έχουν μείνει ως ανάμνηση τα μοιρολόγια της Σοφίας Κολλητήρη και της Φιλιώς Πυργάκη όταν με συγκίνηση οδηγήσαμε τον αξέχαστο Βασίλη στην τελευταία του κατοικία, με την ευχή τη δική μου στον επικήδειο χαιρετισμό μου.

Ο αξέχαστος Βασίλης Σούκας είχε ανέβει τα σκαλοπάτια της μουσικής του καριέρας, είχε τη μεγάλη τύχη εκτός από τον Ross Daly να συμμετέχει στο «Σείριος» του Μάνου Χατζηδάκη, ο οποίος όταν άκουσε την παραδοσιακή αυτή μουσική, είχε προβλέψει «ότι θα αποτελέσει σταθμό στη μουσική δισκογραφία. Για τον διπλό αυτό δίσκο νιώθω ξεχωριστή υπερηφάνεια που συμμετείχε ο Ross, με τον Βασίλη Σούκα και την ορχήστρα.»

Ακόμα, συνεργάστηκε με τον Γιώργο Νταλάρα στη μεγάλη συναυλία του «Παλλάς» με τον Χρόνη Αηδονίδη και την Ελένη Τσαλιγοπούλου. Μια χειμερινή περίοδο βρέθηκε στο κέντρο «Νταλίκες» με την Ελένη Βιτάλη, τη Λέλα Αλκαίου, τον Κώστα Μακεδόνα, τον Πέτρο Γαϊτάνο και τον Κώστα Λεοντίδη. Στο κέντρο «Καστέλλο» με τους Βαγγέλη Περπινιάδη και Αλέκο Κιτσάκη. Στο κέντρο «Θεόφιλος» με τις Ειρήνη και Στέλλα Κονιτοπούλου και στη συνέχεια με ττην Ελένη Κονιτοπούλου Λεγάκη σε μεγάλη συναυλία. Συμμετείχε σε πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές με τον Αριστείδη Μόσχο, τη Γλυκερία, τη Νάντια Καραγιάννη και δεκάδες καλλιτέχνες.

Ο Βασίλης Σούκας αποτελεί Ιστορία του δημοτικού παραδοσιακού τραγουδιού κι όχι μόνο.
Άφησε κληρονομιά στα άξια παιδιά του, Αναστάση, Γιάννο και Ευσταθία, οι οποίοι συνεχίζουν τη μουσική πορεία της οικογένειας. Σπουδάζοντας σε ωδεία, συμμετέχουν σήμερα, ο μεν Τάσος διατηρώντας μουσικό ωδείο στο Καστρί και ο Γιάννος στο μουσικό σύνολο της ΕΡΤ ως σολίστας σε σαξόφωνο και κλαρίνο. Ο δε συνώνυμος εγγονός με μουσική υποτροφία που έλαβε από το Μέγαρο Μουσικής, συμμετέχει στην κρατική ορχήστρα της ΕΡΤ ως βιολιστής.

Όλοι οι απόγονοι, εγγόνια και παιδιά συνεχίζουν την μουσική πορεία που χάραξε ο πρόγονος Βασίλης Σούκας.

Αξίζει να σημειώσω, η σύντροφός του Λίτσα στάθηκε δίπλα του τόσο στην καλλιτεχνική πορεία του, όσο και όταν δοκιμάστηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

*** Η κεντρική φωτογραφία είναι από μια ξεχωριστή μουσική συνάντηση του Βασίλη Σούκα με τον Μουσταφά Καντραλί και τον Ross Daly