Η συμμετοχή των πολιτών στις εκλογές, είτε αυτές είναι Βουλευτικές είτε Αυτοδιοικητικές είτε Ευρωεκλογές, παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια μία σημαντικά αυξανόμενη μείωση, με το μέγεθος της αποχής από κάθε εκλογική μάχη να έχει πάρει πλέον έναν καθαρά πολιτικό χαρακτήρα.

Κι αυτό γιατί η αύξηση αυτή εκφράζεται πλέον έντονα όχι μόνο σε μικρές επαρχιακές πόλεις, χωριά ή νησιά, αλλά κυρίως σε αστικά κέντρα, όπου δεν υπάρχει η δυσκολία της μετακίνησης των ψηφοφόρων. Κάτι τέτοιο ασφαλώς, δίνει ένα ιδιαίτερα ηχηρό μήνυμα στο πολιτικό σύστημα, καταδεικνύοντας μια ευρύτερη τάση απογοήτευσης μεγάλης μερίδας πολιτών.

Παίρνοντας κάποιος συγκεκριμένα στοιχεία Βουλευτικών εκλογών από το 1974 μέχρι και αυτές του 2019, με ευκολία θα διαπιστώσει ότι ένα σταθερά αυξανόμενο ποσοστό ψηφοφόρων, που καμιά φορά ξεπερνά και το 50%, αποφεύγει να προσέλθει στην κάλπη. Και μια τέτοια διαπίστωση με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να μας αφήσει απροβλημάτιστους.

Γιατί, όμως, συμβαίνει κάτι τέτοιο; Γιατί όλο και περισσότεροι συμπατριώτες μας αποφασίζουν κάθε φορά να απέχουν από τις εκλογές;

«Δεν με ενδιαφέρει πια», σου λέει ο ένας. «Έχω απογοητευθεί», θα σου πει ο άλλος. «Δεν πιστεύω πια στο σύστημα και στους πολιτικούς», θα σου απαντήσει και μάλιστα έντονα ο τρίτος. Και ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους, που αν τους κουβεντιάσεις λίγο βαθύτερα μαζί τους, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής.

Κι αυτός δεν είναι άλλος από τη βαθιά κρίση της αντιπροσώπευσης. Με «τα υπάρχοντα κόμματα που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες μας», τους «πολιτικούς που δεν ενδιαφέρονται για το δημόσιο συμφέρον», αλλά και την «κυρίαρχη και ανίκητη διαφθορά στον δημόσιο τομέα».

Ένας εκρηκτικός συνδυασμός από ρηχές δικαιολογίες για την αποχή τους στις
εκλογικές αναμετρήσεις και την παραίτησή τους από ένα ατομικό δικαίωμα
που για την αναγνώρισή του, μόλις λίγες δεκαετίες πριν, δόθηκαν μεγάλοι λαϊκοί αγώνες.

Παρόλ’ αυτά, την ίδια ώρα βλέπουμε με έκπληξη χιλιάδες συμπολίτες μας,
όχι αποκλειστικά νέους, που με ιδιαίτερη ευκολία τηλεφωνούν και ψηφίζουν για να εκφράσουν την προτίμησή τους για το ποιος να παραμείνει ή ποιος να φύγει από κάθε ριάλιτι της τηλεόρασης, ποιος τραγουδάει καλύτερα ή ποιο τραγούδι να κερδίσει τη Γιουροβίζιον, πληρώνοντας για κάθε ψήφο τους ακόμα και 3€ από το –υποτιθέμενο–υστέρημά τους.

Για το αστείο του πράγματος, άνετα μπορεί κάποιος να το χαρακτηρίσει όπως επιθυμεί. Προσωπικά, όμως, θα το χαρακτήριζα ως ένα σημείο των καιρών ή ως μια λογική μεταστροφή στα ενδιαφέροντα των απλών ανθρώπων, αφού λίγο ως πολύ, όλοι έχουμε μπει στο πνεύμα ότι η εποχή των εντυπώσεων, του δήθεν, της αερολογίας και της αβάστακτης ελαφρότητας έχει περάσει πλέον οριστικά στη ζωή και την καθημερινότητα πολλών από
μας, για να μη πω των περισσοτέρων.

Όπως και να το δούμε το θέμα, θα πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφθούμε ότι όσο υπαρκτούς και σοβαρούς κι αν θεωρούμε τους λόγους που μας ωθούν στην αποχή από τις κάλπες, ως επιλογή ουσιαστικά είναι μάταια και χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Γιατί στην ουσία δίνουμε το δικαίωμα στον διπλανό μας να αποφασίζει αυτός, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για μας.

Γιατί η αποχή από τις εκλογές δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό και δεν λύνει κανένα απολύτως πρόβλημα. Γιατί η κάθε ψήφος μας, εκτός από ύψιστο δικαίωμα, αποτελεί μια ευκαιρία να ακουστούμε και μια ελπίδα για να διαμορφωθεί ένα καλύτερο αύριο.

Προσωπικά, ποτέ δεν κατηγόρησα κανέναν επειδή αποφάσισε να ασκήσει ή όχι το εκλογικό του δικαίωμα. Η συμμετοχή ή όχι στις εκλογές, είναι μια καθαρά προσωπική επιλογή. Και ως προσωπική επιλογή, δεν χωρά και συζήτηση.

Με τη διαφορά, όμως, ότι με κανέναν τρόπο δεν αναγνωρίζω, σε όποιον απέχει από τις κάλπες, το δικαίωμα να κρίνει ή να διαμαρτύρεται.

Ούτε καν να προτείνει. Γιατί απλά θεωρώ ότι δεν είναι μέρος του παιχνιδιού…

Προηγούμενο άρθροΣκουρολιάκος: «Κορωνίδα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ η κατασκευή νοσοκομείου στην Αν. Αττική»
Επόμενο άρθροΦως στο Τούνελ: Ήταν 17 χρόνια αγνοούμενος και βρέθηκε στον βυθό της θάλασσας