
Η μυρωδιά του καμένου. Ο καπνός που πνίγει τον αέρα, η στάχτη που καλύπτει τα πάντα. Αυτή είναι η κληρονομιά του καλοκαιριού για όσους είδαν τον τόπο τους να καίγεται. Και κάπου ανάμεσα στα αποκαΐδια και τη θλίψη, βρίσκεται η απλή, κυνική αλήθεια: ένας 57χρονος άνδρας ομολόγησε ότι έβαλε τέσσερις φωτιές σε μια μέρα. Όχι από κάποια τυφλή ορμή ή ψυχική νόσο. Αλλά από μίσος, εκδίκηση και την απόλυτη αμετανοησία.
Η είδηση ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ο άνδρας, εντοπίστηκε από κλιμάκιο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, χάρη σε οπτικό υλικό και άλλα στοιχεία. Δεν κρύφτηκε. Ομολόγησε. Και η ομολογία του, αντί να φέρει μια αίσθηση δικαίωσης, προκάλεσε θυμό και απογοήτευση.
Για δύο από τις φωτιές, οι λόγοι ήταν προσωπική αντεκδίκηση. Έκαψε χωράφια που είχαν νοικιάσει κάποιοι συντοπίτες του. Όχι κτήματα, όχι δέντρα, αλλά την προσπάθεια και τον κόπο των ανθρώπων που ζουν από τη γη. Για την τρίτη φωτιά, η δικαιολογία είναι μια προσβολή στην κοινή λογική: «είχα θολώσει». Σαν να είναι αυτό μια αποδεκτή εξήγηση για μια πράξη που καταστρέφει οικοσυστήματα και θέτει σε κίνδυνο ζωές. Και η τέταρτη φωτιά, αυτή στη νταλίκα με τις ζωοτροφές; Αυτή μπήκε για να “αποπροσανατολίσει τις έρευνες”. Όχι για να καταστρέψει, αλλά για να παίξει ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που είχε ως πιόνια τις ζωές των πυροσβεστών και το βιός των ανθρώπων.
Είναι αυτή η κυνική αδιαφορία που αγγίζει την ψυχή των πυρόπληκτων, αλλά και όσων τυχερών δεν έχουν αντιμετωπίσει τον εφιάλτη της φωτιάς. Δεν είναι απλά οι κατεστραμμένες περιουσίες. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η καταστροφή που έζησαν ήταν αποτέλεσμα μιας τόσο ασήμαντης και μοχθηρής αιτίας. Οι λόγοι του δράστη δεν δικαιολογούν τίποτα, αλλά αποκαλύπτουν τα πάντα: μια ψυχή που δεν νιώθει ενοχή, ένας άνθρωπος που δεν αντιλαμβάνεται την αξία της ζωής, του περιβάλλοντος, της κοινότητας.
Η υπόθεση μπορεί να μην εμπίπτει στα όρια του αυτοφώρου, αλλά η δικογραφία θα υποβληθεί. Και μαζί με αυτήν, παραμένει η αίσθηση ότι ορισμένα εγκλήματα δεν τιμωρούνται ποτέ πλήρως, γιατί το πραγματικό τους κόστος είναι ανυπολόγιστο. Η ομολογία του εμπρηστή δεν έκλεισε την υπόθεση. Άνοιξε μια πληγή στην καρδιά όσων έζησαν τον τρόμο της φωτιάς, μια πληγή που αιμορραγεί από την απόλυτη αμετανοησία.



















































