Του Θάνου Μωριάτη

Το στολίδι ενός σπιτιού είναι οι φίλοι που συχνάζουν σ’ αυτό. Έτσι, για εμένα μόλις έκλεινε το σχολείο -και το πανεπιστήμιο στη συνέχεια- για τις διακοπές του καλοκαιριού, σπίτι μου για τους μήνες ελευθερίας γινόταν το Μάτι, όπου πάντα έβρισκα ανοιχτές τις πόρτες του εξοχικού του αδελφικού μου φίλου, Ηλία Σαμαρτζή.

Δεν προλάβαιναν να ξεκινήσουν οι διακοπές και το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν να ανοίγω την συρόμενη πόρτα του σπιτιού στο Μάτι, να μπαίνω στο δωμάτιο του Ηλία, το οποίο κατά τη διάρκεια της ημέρας χρησιμοποιούσαμε σαν ιδιωτικό στούντιο μουσικής, να συνδέουμε τις κιθάρες, τα μικρόφωνα και τα τύμπανα του Ηλία και να τρελαίνουμε την υπόλοιπη οικογένεια και τα γειτονικά σπίτια.

Όταν έπεφτε ο ήλιος, ξεκινούσαν οι συναντήσεις με τους υπολοίπους. Κρίτωνας, Χρήστος, Αντώνης, Μινάς, Φαίδωνας, Χάρης, Κωνσταντίνος, Φρειδερίκος. Ο Κωνσταντίνος, ο μικρότερος αδερφός του Ηλία, μεγάλωσε και μπήκε και αυτός στην παρέα. Ραντεβού στο «Ένα», μεγάλο τραπέζι με πάγκο δε μας χωρούσε. Πάντα μια διαπραγμάτευση για το τι θα φάμε, με κατάληξη στα ίδια πιάτα. Μετά ραντεβού στον Κροκίδη (πρώην Libra), συζητήσεις για ροκ συγκροτήματα, παιχνίδια και Sprite με γρεναδίνη.

Στη συνέχεια, μεγαλώνοντας, το Μάτι άλλαξε μαζί μας. Η Sprite έγινε βότκα λεμόνι στη «Ρία» και βελάκια έξω από το σινεμά. Οι βόλτες στο λιμάνι για να γνωριστούμε όλοι καλύτερα, απαραίτητες. Καφέ την επόμενη ημέρα στον «Φάρο» για να γίνει απολογισμός των εξελίξεων. Καλαμαράκια στη «Γοργόνα». Κάθε χρόνο, αναμονή για να δούμε τα καινούργια πρόσωπα που θα περάσουν το καλοκαίρι τους στο Μάτι.

Τα πρώτα φλερτ και οι πρώτοι έρωτες.

Μεγαλώνοντας πήραμε τα δικά μας αυτοκίνητα και πλέον μπορούσαμε να πηγαίνουμε μόνοι, χωρίς να ταλαιπωρούμε γονείς ή τους οδηγούς των ΚΤΕΛ με τις φασαρίες μας. Φυσικά, οδηγίες δεν χρειαζόμασταν, ξέραμε ακριβώς τη στροφή για το Μάτι. Χαρακτηριστικό της, η πυκνότητα των δέντρων.

Παίρνοντας το αμάξι μου για να επισκεφθώ την περιοχή, κάποιες ημέρες μετά τη φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου, βρέθηκα πολύ μετά την διασταύρωση για το Μάτι να αναρωτιέμαι εάν το έχω περάσει. Δεν μπόρεσα να βρω τη στροφή, πλέον το τοπίο είχε αλλάξει. Στεναχώρια, σοκ και θρήνος.

Κατηφορίζοντας για να βρω το σπίτι της οδού Στεφάνου που φιλοξένησε όλα μου τα καλοκαίρια, δεν κατάφερα να το αναγνωρίσω. Το είχε πάρει η φωτιά. Σφίξιμο στο στομάχι και δάκρυα λύπης.

Οι προορισμοί που μας προκαλούν συναισθήματα, είναι αυτοί που είχαν τον πρώτο ρόλο στην παιδική μας ηλικία. Μέρη που όταν τα συναντάς μεγαλώνοντας, σου ξυπνούν την νοσταλγία.
Εκεί που κάθε στενό ήταν μια μικρή περιπέτεια και οι συναντήσεις με τους υπόλοιπους συνομήλικους γίνονταν κάπως φυσικά, χωρίς συνεννοήσεις και μηνύματα.

Η φωτιά στο Μάτι, πήρε ζωές, σπίτια και επιτέθηκε στις αναμνήσεις μας. Άφησε πίσω συντρίμμια και πληγές. Οι πληγές αυτές θα επουλωθούν με τον χρόνο, αλλά θα αφήσουν πίσω τους ουλές. Κάποια τραύματα δεν τα γιατρεύει ούτε ο χρόνος…

Τα χρόνια πέρασαν και βρέθηκα πρόσφατα στο Μάτι, για βόλτα οικογενειακή. Το «Ένα» ανοιχτό με κόσμο στους πάγκους και το σινεμά λειτουργικό. Ο κόσμος να πίνει καφέ στον «Φάρο». Σπίτια που χάθηκαν, κτισμένα από την αρχή. Αυτή τη φορά η επίσκεψη εκτός από στεναχώρια, έβγαλε και τη γνωστή νοσταλγία της παιδικής ανεμελιάς. Αλλά και ελπίδα.
Το Μάτι είναι ένας προορισμός για φίλους και οικογένειες. Έτσι έγινε αγαπητό, και πάνω στα ίδια θεμέλια ξανακτίζει το «σήμερα» αλλά και το «αύριο».

Προηγούμενο άρθροΗ Χουρχούρω, η Αγγελική κι ο Κώστας
Επόμενο άρθροEις μνήμην: Κώστας Βαγιανός, ένας ωραίος Έλληνας…