Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΟΡΓΙΟΣ

«Παππού, παππού, κάτσε να μου μιλήσεις για τα χρόνια του κορωνοϊού. Έλα, παππού, θέλω να μου πεις τις ιστορίες».

«Τι να σου πω παιδί μου, αφού τα μαθαίνετε στο σχολείο. Ήταν δύσκολη εποχή, δε στα ‘χει πει κι η μάνα σου;».

«Έλα, παππού, εσύ τα θυμάσαι από πρώτο χέρι. Αλλιώς να τα διαβάζω από το βιβλίο, αλλιώς να τα ακούω από εσένα».

«Καλά, κάτσε να βάλω ένα κρασάκι γιατί κάθε φορά συγκινούμαι…
Ήταν που λες 2020 κι αυτοί οι ανώμαλοι οι Κινέζοι, αντί να φάνε τίποτα εντόσθια, καμιά μαγειρίτσα, λίγο κοκορετσάκι, κανά μυαλό, έναν νορμάλ μεζέ τέλος πάντων, πήγαιναν στις λαϊκές τους και ψώνιζαν νυχτερίδες και παγκολίνους. Εγώ, βέβαια, πιστεύω ότι πίσω από τους πάγκους και τα προϊόντα βρισκόταν ο Σόρος, αλλά…»

«Ποιος ήταν παππού ο Σόρος;».

«Άνοιξε αγάπη μου το Facebook να διαβάσεις να μάθεις. Ο εκπρόσωπος των νεοταξιτών που ήθελαν να μας αλλάξουν τις συνήθειες, αλλά εμείς αντιστεκόμασταν. Τέλος πάντων, ξεκίνησε ο ιός από την Κίνα και δεν ήταν επικίνδυνος, αλλά μετά ήταν και μετά τους λέμε εμείς όχι δεν είναι, αλλά αυτοί μας λένε είναι κι εμείς τους λέμε δεν κολλάει κι αυτοί μας είπαν, όχι κολλάει και θα έρθει και σε εσάς. Ε, εμείς τους λέμε δε θέλουμε να έρθει, αλλά ήρθε. Αυτό ακριβώς τίποτε άλλο».

«Και τι έγινε τότε παππού;»…

«Ήρθε αγόρι μου πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά από ένα γκρουπ που γύρισε από τα Ιεροσόλυμα, με μια κυρία να μας λέει ότι έφερε ευλογία. Κι εκεί ξεκίνησε ο Γολγοθάς μας. Στηνόμασταν κάθε μέρα απέναντι από την τηλεόραση και ακούγαμε Τσιόδρα και Χαρδαλιά. Ο ένας μάς ενημέρωνε με ευγενική και γαλήνια φωνή, την ώρα που ο άλλος μας κοίταγε περίεργα μέσα από το γυαλί και μας μάλωνε.

Ευτυχώς, ο Μωυσής, λάθος αγάπη μου, είδες γέρασα καρδούλα μου, ο Μητσοτάκης ο Β’ τα πήγε πολύ καλά και τα έκλεισε όλα γρήγορα και σωθήκαμε γιατί σε άλλες χώρες τα πράγματα βγήκαν εκτός ελέγχου κι ο κόσμος πέθαινε»…

«Και τι έγινε παππού; Τα έκλεισε και τι κάνατε;»
«Άσ’ τα μάτια μου. Καθόμασταν δύο μήνες έγκλειστοι στο σπίτι. Για να χέσει ο σκύλος μου έπρεπε να πάρουμε άδεια από το κράτος. Μόνο με μήνυμα μπορούσες να βγεις έξω κι αν σε σταματούσαν και δεν είχες στείλει, πλήρωνες πρόστιμο. Αν έβγαινες το βράδυ να πας να πάρεις φαγητό, δεν κυκλοφορούσε ψυχή, ένιωθες λες και πήγαινες παράνομο οπλισμό στους αντάρτες.

Οπότε, πιάναμε το κινητό, ειδοποιούσαμε τον Χαρδαλιά και πηγαίναμε να κάνουμε τις δουλειές μας κυρίως μέρα. Φορούσαμε όλοι μάσκα, άλλοι πάνω από τη μύτη, άλλοι κάτω από τη μύτη, άλλοι μίας χρήσης, άλλοι οξυγονοκόλλησης, τέλος πάντων μάσκες και γάντια.
Ευτυχώς τότε υπουργός ήταν ο κύριος Άδωνις που τα φρόντισε όλα αν κι οι μάσκες από 15 λεπτά έφτασαν τα 8 ευρώ, πράγμα περίεργο μια και η αγορά συνήθως αυτορρυθμίζεται. Αυτό που δεν κατάφερε να φροντίσει, παιδί μου, ήταν το κωλόχαρτο, γιατί με τον κορωνοϊό ο Έλληνας έχεζε πάρα πολύ ή φοβόταν ότι θα χέσει πάρα πολύ και δε βρίσκαμε.

Είχε βέβαια και τα καλά της εκείνη η περίοδος. Μας επέτρεπαν να βγούμε από το σπίτι για σωματική άσκηση, οπότε για να μην τρελαθούμε αρχίσαμε να τρέχουμε και να κάνουμε ποδήλατο σαν τρελοί. Και κάπως έτσι φτάσαμε να κάνουμε πλάκα σε Κενυάτες και Αιθίοπες στις επόμενες Ολυμπιάδες»…

«Και παππού εδώ δεν πέθαναν άνθρωποι;».

«Δυστυχώς, πέθαναν αγόρι μου. Αλλά σώθηκαν και πάρα πολλοί. Και ξέρεις κάτι; Σώθηκαν παρότι τα νοσοκομεία ήταν σε μαύρο χάλι όπως είναι και σήμερα… Ευτυχώς, είχαμε πολύ καλούς γιατρούς και νοσηλευτές που ξεπατώθηκαν και έχυσαν ιδρώτα για να μην καταρρεύσει το σύστημα».

«Τουλάχιστον παππού, γιατροί ήταν, θα έγιναν πλούσιοι με τόση δουλειά».

«Δεν έγιναν πλούσιοι αγάπη μου, αλλά τουλάχιστον καταχειροκροτήθηκαν».

«Πάλι καλά που εσύ δεν έγινες γιατρός, αλλά μηχανικός»…

«Μη νομίζεις. Εκείνα τα χρόνια πιο εύκολα περνούσες τις εξετάσεις για γιατρός παρά για μηχανικός. Τι να απαντήσεις στο ερώτημα “Σκοιλ Ελικικού Προσθέσεις και Ελέγχου Λοιμώχθηκαν”;»

«Έλα παππού, εύκολο “όλα τα παιδιά”. Τέλος πάντων, τι κάνατε όταν τελείωσε;»

«Α, καλά. Βγήκαμε στους δρόμους σαν τους τρελούς. Σαν αγρίμια. Ο παππούς σου πήγαινε στις πλατείες κάθε βράδυ, κι εδώ που τα λέμε δεν είχαμε και πολύ μυαλό τότε, γιατί ήταν επικίνδυνο να κολλήσουμε ο ένας τον άλλο και τους υπόλοιπους, αλλά είχαμε κουραστεί από το πολύ μέσα. Ήρθαν τα ΜΑΤ και τις φάγαμε για τα καλά μια δυο φορές κι εμείς και κάτι άσχετοι που βγαίναν από τα σπίτια τους να δουν τι συνέβαινε. Αλλά έτσι είναι τα ΜΑΤ, πάνω από όλα άνθρωποι, μην αφήσουν κανέναν παραπονεμένο.
Δεν έχω παράπονο όμως από τη χρονιά του κορωνοϊού, γιατί τότε γνώρισα και τη γιαγιά σου. Μεγάλος έρωτας».

«Αλήθεια παππού; Πού γνωριστήκατε;».«Στην Ομόνοια σε μια πολύ μεγάλη συγκέντρωση που ‘χε πάρα πολύ κόσμο, κάμερες κακός χαμός».
«Καλά, εκεί δεν ήταν επικίνδυνο;».
«Ήταν εγκαίνια, αγάπη μου, εκεί δεν κολλούσε»…