Θέλει πολύ γερό στομάχι να αφήσεις την ηρεμία και τη σιγουριά του σπιτιού σου, τη διασκέδασή σου, τις υποχρεώσεις και τους φίλους σου. Θέλει θάρρος να αγνοήσεις την οικογένειά σου και τις ανησυχίες της μήπως σου συμβεί κάτι. Δεν πας εκδρομή, πας σε εμπόλεμη χώρα, έστω και μακριά από το μέτωπο. Όλα αλλάζουν γρήγορα, άλλωστε από τη μια μέρα στην άλλη μπορεί να βρεθείς στο κέντρο της σύγκρουσης.

Η Μυρτώ και η Φραντζέσκα είχαν πολλές επιλογές στα 26 και μόλις 19 τους χρόνια αντίστοιχα. Αλλά δεν το πολυσκέφτηκαν. Μάλλον, δεν το σκέφτηκαν καθόλου. Αυτή ήταν η μόνη επιλογή μπροστά τους.

Κι η αλήθεια είναι ότι είμαστε πολύ χαρούμενοι που δυο νέα παιδιά έκαναν αυτό που η πλειοψηφία δεν κάνει, για πολλούς λόγους, αλλά συχνά και επειδή δεν είναι εύκολο να το κάνει.

Το ταξίδι τους στα σύνορα Ουκρανίας – Ρουμανίας με τον Κώστα Πολυχρονόπουλο και την Κοινωνική Κουζίνα «Ο Άλλος Άνθρωπος» το αντιμετωπίζουμε με θαυμασμό. Με δέος και με μια ανάγκη να υποκλιθούμε στο αίσθημα αλληλεγγύης τους. Γιατί η Ουκρανία αυτή τη στιγμή είναι το κέντρο της Γης κι όχι για καλό λόγο.

Τις εμπειρίες από αυτό το ταξίδι και τα όσα έζησαν στο Σιρέτ τις μοιράστηκαν με τη Marathon Press. Με εμάς, με εσάς. Και τις ευχαριστούμε πολύ…

«Αν αρχίσεις να κλαις δε θα σταματήσεις. Κι αν δεν σταματήσεις, πώς θα βοηθήσεις;»

ΜΥΡΤΩ ΜΟΥΖΑΚΗ

Από τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος δεν μπορούσα να μείνω αμέτοχη. Ήξερα ότι ήθελα να πάω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και η πρόσκληση του Άλλου Ανθρώπου ήταν μία ευκαιρία. Το σκεφτόμουν μέρες πριν το αποφασίσω οριστικά, όχι γιατί φοβόμουν πως θα πάθω κάτι, αλλά επειδή έτρεμα μήπως όσα δω με αλλάξουν.

Ημέρα Κυριακή, τρεις μέρες πριν την αναχώρησή μας, πήγα στη συνάντηση των εθελοντών όπου συζητήσαμε τι χρειάζεται να έχουμε μαζί μας και τι θα κάνουμε στα σύνορα της Ουκρανίας με τη Ρουμανία. Μέχρι και εκείνο το σημείο δεν ήξερα τι να περιμένω, αλλά όταν μας είδα για πρώτη φορά μαζεμένους όλους μαζί, αποφάσισα ότι θα πάω και ότι θα βοηθούσα όσο μπορούσα, γιατί ξαφνικά δεν ήμουν μόνη, αλλά μέρος ενός συνόλου που είχε τόσο ενθουσιασμό για αυτό που πηγαίναμε να κάνουμε.

Άλλωστε, αν είσαι 26, δε γίνεται να μην πας. Η γενιά μου μεγάλωσε με το προσφυγικό, ενηλικιώθηκε με τους Σύρους πρόσφυγες να έρχονται με βάρκες και συνεχίζει να μεγαλώνει με τα pushbacks, το πιο καλά οργανωμένο έγκλημα με τη συγκάλυψη και της ελληνικής κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία μάς σόκαρε μόνο και μόνο επειδή βρίσκεται πολύ κοντά μας. Κατά τα άλλα, από τα χρόνια του λυκείου ήμασταν συνηθισμένοι στο να μαζεύουμε τρόφιμα και ρούχα, να ακούμε για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, να βλέπουμε τις εικόνες αυτές στις ειδήσεις.

Όταν φτάσαμε στα σύνορα Ρουμανίας-Ουκρανίας, θεωρώ πως ο καθένας πήρε κάτι διαφορετικό. Άλλο πήραν αυτοί που κουβαλούσαν πράγματα, άλλο αυτοί που μαγείρευαν, άλλο αυτοί που έπαιζαν με τα παιδάκια και άλλο όσοι ήρθαμε σε άμεση επαφή με τους Ουκρανούς λόγω γλώσσας. Το ότι μιλάω ρωσικά (που μοιάζουν πολύ με τα ουκρανικά) τους εξέπληττε ευχάριστα, γιατί οι περισσότεροι δεν μιλούσαν αγγλικά και μπορούσαν επιτέλους να συνεννοηθούν με κάποιον.

Μία κοπέλα με ρώτησε ψιθυριστά αν μπορούσε να πάρει σερβιέτες, μία γιαγιά έψαχνε γάλα σε σκόνη για το 2 ετών εγγόνι της, μία μαμά, πάνω κάτω στην ηλικία μου φαινόταν, πάνω στην κουβέντα μου είπε ότι έχει τρία παιδιά και ψάχνει πάνες και γάλα για το μικρότερο, 3 μηνών, και έλαμψε όταν βρήκε και κάποια παιχνίδια για τα μεγάλα.

Μικρά παιδάκια περνούσαν με φόβο στο πρόσωπο, αλλά μόλις έπιαναν στα χέρια τους σοκολάτες και παιχνίδια, έλαμπαν. Τα λίγο μεγαλύτερα που καταλάβαιναν τι συνέβαινε, είχαν γίνει ξαφνικά και βίαια ενήλικες.

Ηλικιωμένοι άνθρωποι έκλαιγαν, γιατί αλλιώς είχαν φανταστεί τη ζωή τους. Φαντάζομαι πως θα είχαν κάνει καριέρες, παιδιά, ίσως και εγγόνια και πως τώρα θα ξεκουράζονταν απολαμβάνοντας τα αποτελέσματα των κόπων τους, μέχρι που μια μέρα στρατός μπήκε στις πόλεις τους και οι γειτονιές τους έπαψαν να υπάρχουν. Φαντάζομαι πως μέσα στις βαλίτσες που κουβαλούσαν θα είχαν ζεστά ρούχα, χρήματα και φωτογραφίες. Φαντάζομαι και ελπίζω πως εκεί που πήγαν μετά από το Σιρέτ, θα βρήκαν λίγη ηρεμία.

Εμείς οι εθελοντές, πάντως, ούτε είχαμε ούτε θέλαμε να έχουμε ηρεμία και ησυχία. Τα βράδια μαζευόμασταν στο κοινόβιο που μέναμε και μαγειρεύαμε, παίζαμε παιχνίδια, πίναμε, τραγουδούσαμε και ενίοτε χορεύαμε. Δε γίνεται αλλιώς. Αν αρχίσεις να συζητάς με τους γύρω σου αυτά που είδες εκεί πάνω, το έχεις χάσει το παιχνίδι. Αν αρχίσεις να κλαις, μπορεί να μην σταματήσεις και αν δεν σταματήσεις πώς θα βοηθήσεις την επόμενη μέρα; Μπαίνεις σε μία διαδικασία επιβίωσης: θα φάω και θα κοιμηθώ, απλά για να μπορώ να λειτουργήσω το πρωί που θα ξαναπάω στα σύνορα.

Δεν είδαμε εικόνες τραυματικές. Δεν είδαμε βαριά τραυματισμένους ή ακρωτηριασμένους. Είδαμε απλά γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους, ανθρώπους της μεσαίας τάξης να έχουν χάσει τα πάντα. Ξαφνικά δεν έχουν σπίτια, γειτονιές, ζωή, σχολεία, ένα κρεβάτι δικό τους. Και νομίζω πως αυτό είναι το πιο τρομακτικό, ότι μπορεί να συμβεί από τη μία στιγμή στην άλλη στον καθένα μας. Δεν είναι ταξικό, δεν μπορείς κάπως να προστατεύσεις τον εαυτό σου, δεν έχει σημασία αν είσαι μορφωμένος, υγιής, προνομιούχος ή πλούσιος. Και αυτοί ήταν, μέχρι που μία μέρα έπαψαν να είναι, άλλαξαν όλα δραματικά στη ζωή τους.

Παρόλο που έγινε αυτό που φοβόμουν, με άλλαξαν δηλαδή όσα είδα, και εγώ και όλοι όσοι πήγαμε, θέλουμε να ξαναπάμε στο επόμενο ταξίδι. Γιατί γνωριστήκαμε, ζήσαμε κάτι πολύ δυνατό και βοηθήσαμε όσο και όπως μπορούσαμε.

Και εν τέλει, πώς γίνεται να μην πάμε; Η αλληλεγγύη είναι το όπλο των λαών και αυτό που μας κάνει όλους να συνεχίζουμε.

*Η Μυρτώ Μουζάκη είναι 26 ετών. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, όταν και ασχολήθηκε με τη διεθνή επικαιρότητα και το προσφυγικό στην Ελλάδα και πλέον είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο πρόγραμμα «Μέσα επικοινωνίας και προσφυγικές ροές» του ΕΚΠΑ.

«Το νόημα; Ένα χαμόγελο μέσα στον όλεθρο»

Φραντζέσκα Σπίνου

Ζούμε σε έναν κόσμο και έναν πολιτισμό γεμάτο αγένεια, αδιαφορία και μίσος. Νιώθουμε φοβισμένοι, ανεπαρκείς και πληγωμένοι. Εγώ βρήκα τον εαυτό μου και τον σκοπό της ζωής μου, μέσω της οικογένειας του εθελοντισμού και του συνεχούς αγώνα για ένα καλύτερο αύριο.

Ονομάζομαι Φραντζέσκα Σπίνου και είμαι 19 χρονών. Θεωρώ τον εαυτό μου «γεννημένη εθελόντρια»,ο εθελοντισμός είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου.

Στάθηκα τυχερή, όταν πριν τρία χρόνια γνώρισα τον Κώστα Πολυχρονόπουλο, ιδρυτή της Κοινωνικής Κουζίνας «Ο Άλλος Άνθρωπος». Θέλω αρχικά να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ στον αγαπημένο μου Κώστα, γιατί η φράση που τον χαρακτηρίζει με ακρίβεια είναι η λέξη «Άνθρωπος» με Α κεφαλαίο.

Είναι τουλάχιστον ελπιδοφόρο το ότι υπάρχουν δυνατές και δοτικές προσωπικότητες σαν αυτόν, άτομα τόσο αλληλέγγυα που έχουν στο DNA τους την ανθρωπιά και είναι διατεθειμένα να την εφαρμόζουν καθημερινά με πράξεις.

Όποια λέξη και να διαλέξω είναι μικρή για να χαρακτηρίσει το έργο του,καθώς όχι απλά προσφέρει μια μερίδα φαγητό σε κάποιον που μπορεί να το έχει ανάγκη, αλλά προσφέρει αγάπη και ελπίδα στις ζωές των «άλλων ανθρώπων». Είναι τιμή μου που τον γνώρισα και που είμαι πλέον και εγώ μέλος αυτής της οικογένειας.

Θυμάμαι όταν πρωτοαναφέρθηκε η ιδέα για το ταξίδι «Αλληλεγγύης» στα σύνορα της Ουκρανίας, πήρα τηλέφωνο τον Κώστα και οι δυο ξέραμε χωρίς καν να αναφερθεί ότι η θέση μου για αυτή την αποστολή ήταν ήδη κλεισμένη. «Κώστα, θέλω να έρθω», «Σώπα, το ξέρω. Θα έρθεις». Γίνεται μια απόφαση να είναι τόσο εύκολη μα και τόσο δύσκολη ταυτόχρονα; Δεν ήταν λίγοι -αν όχι όλοι- αυτοί που προσπάθησαν να με κρατήσουν πίσω, να με πείσουν ότι αυτό που πάω να κάνω δεν έχει νόημα, είναι αχρείαστο, είναι περιττό. Ξεκινήσαμε λοιπόν για ένα ταξίδι δύσκολο, κουραστικό, με πολύ πόνο, φόβο, άγχος, θλίψη, ταλαιπωρία, αλλά ταυτόχρονα ένα ταξίδι απερίγραπτα υπέροχο, γεμάτο εμπειρίες, και τεράστιο νόημα…

Προσπαθώ να βρω τα σωστά λόγια για να περιγράψω τις μέρες που ζήσαμε στο Σιρέτ, στα σύνορα Ρουμανίας – Ουκρανίας. Αλλά πώς; Πώς να περιγράψω με λίγα λόγια και φωτογραφίες αυτά που βιώσαμε και αντικρίσαμε; Αυτά που νιώσαμε, είναι κάτι που δεν μπορεί να το περιγράψει κανείς, είναι κάτι που θα μείνει για πάντα χαραγμένο στην ψυχή μας. Πίστευα πως όταν γυρίσω πίσω και βρεθώ κάτω από την ασφάλεια και την άνεση του σπιτιού μου, θα ήταν πιο εύκολο να σκεφτώ και να συνειδητοποιήσω την όλη κατάσταση, καθώς η μόνιμη ένταση -ψυχική και σωματική- δεν μας άφηνε και πολλά περιθώρια το διάστημα που ήμασταν εκεί. Ακόμα και τώρα, όμως, δυσκολεύομαι…

Πόσο ειρωνικό και άδικο είναι να γυρνάω εγώ στην οικογένειά μου και στο σπίτι μου και να αφήνω πίσω μου παιδάκια ασυνόδευτα με μοναδική τους συντροφιά ένα λούτρινο αρκουδάκι;
Πόσο παράδοξο να βρίσκεσαι μια ανάσα από τον πόλεμο, αλλά να είσαι χαμογελαστός και δυνατός για να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου που το έχουν ανάγκη;

Πώς να κρατηθείς με ένα χαμόγελο, όταν μπροστά σου περνάνε τα σύνορα άνθρωποι άδειοι, χαμένοι, καταπονημένοι;

Πώς να κρατήσεις το χαμόγελό σου, όταν με μάτια δακρυσμένα και στόματα που τρέμουν τους αγκαλιάζεις και νιώθεις όλο τον πόνο να μπαίνει μέσα σου και να σε κατακλύζει;
Παιδάκια όλων των ηλικιών να χαμογελούν και να παίζουν μαζί σου λίγο πιο πέρα από τον πόλεμο. Αγκαλιές, φιλιά, κλάματα δικά μας και δικά τους. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα.

Όση χαρά ένιωσα βλέποντας αυτά τα χαρούμενα προσωπάκια όταν τους δίναμε ένα λούτρινο αρκουδάκι ή μια σοκολάτα, άλλη τόση θλίψη ένιωθα όταν έρχονταν οι μαμάδες τους με μια τσάντα που ζήτημα να χωρά τα απαραίτητα και με ένα χαμένο και κενό βλέμμα να παίρνουν μια μερίδα φαγητό.

Ένας μόνιμος κόμπος στον λαιμό και στο στομάχι να με πνίγει, να με αφήνει ακίνητη να παρατηρώ γύρω μου και να αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται να νιώθεις ταυτόχρονα τόση αγάπη αλλά και τόσο πόνο; Τόση θλίψη αλλά τόση χαρά; Τόσο φόβο αλλά τόση ασφάλεια;

Η ψυχή μου πονάει και θα πονάει για αυτούς τους ανθρώπους… Σε απόσταση 200 μέτρων, άνθρωποι από όλο τον κόσμο συγκεντρωθήκαμε στα σύνορα της Ουκρανίας, βάλαμε στην άκρη όλα αυτά που μας χωρίζουν και ενώσαμε τις δυνάμεις μας για έναν κοινό σκοπό.

Αυτό το ταξίδι με άλλαξε σαν άνθρωπο και είμαι ευγνώμων για αυτό. Το νόημα; Ένα χαμόγελο μέσα στον όλεθρο και την απελπισία.

«Γίνε η αλλαγή που θες να δημιουργήσεις» – Mahatma Gandhi

*Η Φραντζέσκα Σπίνου είναι 19 ετών και σπουδάζει Environmental Studies στο Deree.

***Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν στη Marathon Press από τους Νάσια Τσιλίκα και Ιάσονα Ραΐσση τους οποίους και ευχαριστούμε θερμά