Της Δέσποινας Μ. Δαμιανού

Ένας δασωμένος τόπος ήταν η Ξυλοκέριζα, ανάμεσα σε βουνό και θάλασσα. Τοπίο χαρακτηριστικό της Αττικής από τα πιο όμορφα, κατάφυτο με πεύκα, λίγα κυπαρίσσια για να σηματοδοτούν τα όρια και λίγους ευκάλυπτους. Ελάχιστα πλατάνια. Θάμνοι, κουμαριές, θυμάρι κι αγριόχορτα συμπλήρωναν την εικόνα του τοπίου, εκεί που έσβηναν οι γραμμές των ορεινών όγκων του Διόνυσου και της Πεντέλης και συναντούσαν τη θάλασσα.

Η περιοχή όλη, όπου έφτανε το μάτι, ανήκε στη μονή Πεντέλης. Πιο βόρεια το Μπέη, ο Μαραθώνας, το Γραμματικό, το Άνω και Κάτω Σούλι. Οι περιηγητές που είχαν περάσει από εδώ με προορισμό τον Μαραθώνα δεν αναφέρουν τίποτε για την περιοχή. Δεν περνούσαν καν από την Ξυλοκέριζα, αλλά κατέβαιναν από την Πεντέλη με κατεύθυνση βόρεια να δουν τον Τύμβο και να εξετάσουν το πεδίο της μάχης του Μαραθώνα.

Εργάτες από τη Ν. Μάκρη που δουλεύουν στην αμμοληψία

Λίγες οικογένειες Βλάχων κτηνοτρόφων έμεναν στη Ραπεντώσα, πάνω από την Ανατολή, μετακινούμενοι ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Ο τόπος όμορφος, αλλά για να εγκατασταθούν εδώ οικογένειες χρειαζόταν πολλή δουλειά.

Το εφιαλτικό ταξίδι στο άγνωστο και η προσωρινή λύση

Η Έξοδος του 1922 άλλαξε δραματικά τη ζωή ενάμιση σχεδόν εκατομμυρίου Ελλήνων της Μ. Ασίας. Κάτω από την πίεση του τουρκικού στρατού και της νίκης του επί του ελληνικού, και μετά την καταστροφή της Σμύρνης, οι Έλληνες της Μ. Ασίας εγκατέλειψαν τις εστίες τους κι έφυγαν, δυστυχώς, χωρίς γυρισμό. Τους είχαν εξαναγκάσει να φύγουν κι άλλες φορές, αλλά τώρα η έξοδος ήταν οριστική.

Τα πλοία άδειαζαν τον κόσμο στα λιμάνια στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Καβάλα, στα νησιά, κι από εκεί άρχιζε o πραγματικά δύσκολος αγώνας για την επιβίωση. Οι πρόσφυγες διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, χωρίς μεγάλα περιθώρια επιλογής.

Οι κάτοικοι του Λιβισιού και της Μάκρης ειδοποιήθηκαν να φύγουν σε 10 μέρες. Οι άντρες και οι νέοι από 16 χρονών και πάνω έλειπαν όλοι, άλλος υποχρεωτικά στον στρατό, άλλος φυγόστρατος. Μόνο γυναίκες, παιδιά και γέροι είχαν μείνει. Αυτοί έπρεπε ν’ αποφασίσουν για την τύχη τους. Άλλοι μπήκαν στα καΐκια που πλήρωσαν για να φύγουν μια ώρα αρχύτερα, άλλοι περίμεναν τα ελληνικά πλοία διακινδυνεύοντας την ίδια τους τη ζωή. Από δω και πέρα άρχιζε το ταξίδι για το άγνωστο.

Οι οικογένειες, οι γείτονες, οι συγγενείς διασκορπίστηκαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι περισσότεροι Μακρηνοί που εγκαταστάθηκαν μετά στη Νέα Μάκρη βρέθηκαν στην Τζια, ενώ άλλοι πήγαν στη Δραπετσώνα, στο Αιγάλεω, στην Τήνο, στη Φθιώτιδα. Ένα μικρό νησί σαν την Τζια τούς φιλοξένησε περίπου έναν χρόνο, βοηθώντας τους όσο μπορούσε.

Έπρεπε, όμως, να βρεθεί ένας τόπος για να στεγαστούν οι πρόσφυγες μόνιμα. Ο παπα-Διονύσιος Καλαφάτης, πρώην δάσκαλος και μετέπειτα ιερέας από επιφανή οικογένεια, είχε αναγκαστεί να φύγει οικογενειακώς από τη Μάκρη λόγω των απειλών για τη ζωή του από τους Τούρκους. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου λειτουργούσε για πολλά χρόνια και μέχρι τον θάνατό του στη Ζωοδόχο Πηγή της οδού Ακαδημίας.

Είχε ιδρύσει τον «Παν-λύκιο Σύλλογο» (Λυκία ήταν το αρχαιοελληνικό όνομα της ευρείας περιφέρειας στην οποία ανήκε η Μάκρη και το Λιβίσι) πριν το 1922 για να υποστηρίζει τους Μικρασιάτες φοιτητές που σπούδαζαν στην Αθήνα και να προσφέρει κοινωνικό έργο. Ο Σύλλογος στάθηκε πολύτιμος αρωγός στην περίθαλψη των προσφύγων. Λειτούργησε ως φορέας μέσω του οποίου οι πρόσφυγες -κυρίως Μακρηνοί και Λιβισιανοί- καταγράφονταν με τα στοιχεία τους για αποκατάσταση. Μετά από λίγο δημιουργήθηκαν εκτιμητικές επιτροπές στην Αθήνα, όπου δηλώνονταν αναλυτικά τα περιουσιακά στοιχεία των προσφύγων για την αποζημίωση, σύμφωνα με τη διμερή συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Λεωφορείο της γραμμής Αθήνα-Ν Μάκρη, οδηγός Βασίλης Γεωργίου Λοϊζος

Πώς βρέθηκαν οι Μακρηνοι-Λιβισιανοί πρόσφυγες στην Ξυλοκέριζα

Πληροφορίες για το θέμα έχουμε από την καταγραφή του Νίκου Εμμ. Καραγεωργίου και το βιβλίο του Μιχ. Π. Δελησάββα «Η ιστορία μας (Η ιστορία της Νέας Μάκρης Αττικής, 1923-1990)». Στην ομάδα των Μακρηνών που δεν είχαν ενταχθεί σε άλλες προσφυγικές ομάδες, προτάθηκε για εγκατάσταση η Κατερίνη, όχι τα παράλια αλλά το εσωτερικό. Μια ομάδα Μακρηνών αποτελούμενη από τον Αντ. Μόσχο, τον Δαμιανό Δαμιανού, τον Χαράλαμπο Καραβασίλη και τον Εμμ. Καραγεωργίου πήγε να ελέγξει τον τόπο.

Ας σκεφτούμε λιγάκι το ταξίδι τους με τις συνθήκες του 1922-23. Γύρισαν δηλώνοντας ότι το μέρος ήταν ακατάλληλο για την εγκατάσταση της ομάδας. Η απόφασή τους αποδείχθηκε σοφή, γιατί άρχισε μια νέα αναζήτηση για ένα χώρο κοντά στην Αθήνα.

Τότε ο Μιλτιάδης Καλαφάτης, αδελφός του π. Διονυσίου Καλαφάτη, σε συνεννόηση με τον Βασ. Πάνου, συγγενή του Αντ. Τζιζή και τη σύμφωνη γνώμη των Πανηγύρη Τσακιργιάννη και Εμμανουήλ Καραγεωργίου πρότεινε την περιοχή γύρω από την Ξυλοκέριζα, που τη γνώριζαν γιατί δούλευαν στο κτήμα του Βενετσάνου, μετέπειτα Κωνσταντινίδη, στο Κάτω Σούλι.

Ξεκίνησε ένας μεγάλος αγώνας με τη Μονή Πεντέλης, στην οποία ανήκε η περιοχή από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Στρέμματα δασωμένης γης και βάλτου, τον οποίο οι πρόσφυγες έπρεπε να αξιοποιήσουν γιατί είχαν ανάγκη.

Προσφυγικά σπίτια του συνοικισμού. Δεύτερος από αριστερά ο Γιάννης Κάκκος, επί χρόνια γραμματέας της Κοινότητας και του Δήμου Ν. Μάκρης

Η εγκατάσταση τον Νοέμβριο του 1923

Οι πρόσφυγες, όσοι δεν είχαν άλλη επιλογή, γράφτηκαν σε κατάλογο για να εγκατασταθούν στην Ξυλοκέριζα. Κανείς δεν ήξερε τι τους περίμενε. Ενώ προσχωρούσαν οι τυπικές διαδικασίες με τη φροντίδα του π. Διονύση Καλαφάτη και του νεαρού τότε Αντώνη Τζιζή που σπούδαζε νομικά, οι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν στην Ξυλοκέριζα τον Νοέμβριο του 1923. Στη μεταφορά τους βοήθησε κι ο στρατός. Ο τόπος ήταν όμορφος, αλλά οι ανάγκες και οι προτεραιότητες ήταν άλλες.

Εγκαταστάθηκαν σε σκηνές της ΕΑΠ (Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων), στα χαλάσματα του μοναστηριού της Αγίας Παρασκευής (σήμερα του Αγίου Εφραίμ), στα ελάχιστα δωματιάκια της εκκλησίας και σε άλλα χαλάσματα στη Χάνα, κάτω από το μοναστήρι. Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε καλά τι σημαίνει πρόσφυγας, τουλάχιστον εμείς οι απόγονοί τους, που οι άνθρωποί μας έχασαν την καλή τους ζωή και έμειναν στο έλεος της τύχης να ψάχνουν για να βάλουν κάπου με ασφάλεια το κεφάλι τους.

Ο χειμώνας εκείνος που πέρασαν στις σκηνές ήταν βαρύς κι αυτοί έρχονταν από πιο ζεστά μέρη, απέναντι από τη Ρόδο. Επιπλέον, τα έλη στον βάλτο (στην περιοχή του σημερινού Πολιτιστικού & Αθλητικού Πάρκου) και τα κουνούπια μετέδωσαν ελώδη πυρετό από τον οποίο οι περισσότεροι προσβλήθηκαν και πολλοί, όπως ήταν αδύναμοι, πέθαναν, κυρίως γέροι και μωρά. Όσοι έζησαν έπρεπε να στρωθούν αμέσως στη δουλειά.

Το καφενείο και το μπακάλικο

Το πρώτο «κατάστημα» που στήθηκε ήταν ένα καφενείο που έφτιαξε ο Αντώνης Χατζηελένης από καλάμια και βούρλα του Βάλτου και το πρώτο μπακαλικάκι σε μια ξύλινη παράγκα μπροστά από τον Άγιο Κωνσταντίνο ο Βασίλης Κόλλιας, πριν ακόμη εγκατασταθούν οι πρόσφυγες σε σπίτια. Συνολικά, 93 οικογένειες παρέμειναν στη Ν. Μάκρη. Πολλοί από εκείνους που είχαν δηλώσει για εγκατάσταση έφυγαν, μην αντέχοντας τις συνθήκες που έπρεπε να αντιμετωπίσουν.

Τον πρώτο καιρό το κράτος έστειλε τρόφιμα και ένα μικρό επίδομα για να καταφέρουν να επιζήσουν, αλλά την άνοιξη οι πρόσφυγες έπρεπε να νοιαστούν τι θα κάνουν. Αφού έγινε μια πρώτη διανομή της γης (κλήρος), έστησαν τα πρώτα καμίνια για κάρβουνα. Η ύλη βρέθηκε από τα δέντρα και τα πουρνάρια που έκοβαν για να ξεχερσώσουν και να δημιουργήσουν τόπο για καλλιέργεια. Κι ευτυχώς, τα πουλούσαν στην Αθήνα.

Στο λιμανάκι Ν. Μάκρης το «Εξοχικόν κέντρον Τα βοτσαλάκια» του Λευτέρη Κούρτη. Λειτουργεί μέχρι σήμερα από τον Γιώργο Κούρτη

Νέα Μάκρη και Νέο Λιβίσι

Η ΕΑΠ ανέλαβε να κτίσει σπίτια για τις οικογένειες. Έγιναν τα τοπογραφικά και η οριοθέτηση του οικισμού. Προτιμήθηκε το τμήμα κάτω από τη λεωφόρο Μαραθώνος, όπου χωροθετήθηκε η κεντρική πλατεία και τα οικοδομικά τετράγωνα. Ο νέος οικισμός ονομάστηκε Νέα Μάκρη σε ανάμνηση της ιστορικής πατρίδας, ενώ μια γειτονιά του αργότερα, όταν επεκτάθηκε ο οικισμός και πύκνωσε η δόμηση, ονομάστηκε Νέο Λιβίσι.

Τα ονόματα που δόθηκαν στους δρόμους του συνοικισμού θύμιζαν επίσης προσωπικότητες της πατρίδας και τους πρωταγωνιστές της μικρασιατικής περιπέτειας: οδός π. Διονυσίου Καλαφάτη, Νικ. Πλαστήρα, Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσαίου (και όχι όπως λάθος λέγεται και γράφεται Μωσαίου) οι κάθετοι δρόμοι, και Κων. Λαμέρα, Λιβισίου και Βασ. Σαράφη, οι παράλληλοι. Ο αρχικός οικισμός χτίστηκε και με προσωπικό κόπο για να τελειώσει πιο γρήγορα. Τα σπίτια παραδόθηκαν χωρίς πόρτες, παράθυρα, στέγη, τα οποία πρόσθεσαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες.

Χτισμένα με πλίνθους από κοκκινόχωμα και άχυρο που φτιάχνονταν στην περιοχή. Κάθε οικόπεδο περίπου 500 τ.μ., με σπίτια που είχαν δύο δωμάτια, κουζίνα, χωλ και αυλή. Τα σπίτια δεν δόθηκαν δωρεάν, αλλά πληρώθηκαν περίπου 25.000 δραχμές με δόσεις και εξοφλήθηκαν πριν το 1950. Ο οικισμός είχε προβλήματα, αλλά γρήγορα οι πρόσφυγες με προσωπική εργασία έφεραν νερό με πήλινους σωλήνες από το Μετόχι (Αγ. Εφραίμ) στις τέσσερις κεντρικές βρύσες και φύτεψαν μουριές και ακακίες που μοσχομύριζαν στους δρόμους. Αργότερα φύτεψαν και τα πεύκα της πλατείας. Το κεντρικό μεγάλο πεύκο έγινε το σήμα κατατεθέν κάτω από το οποίο και μπροστά στο ηρώο αργότερα γίνονταν όλες οι μεγάλες συγκεντρώσεις και οι γιορτές. Σιγά-σιγά οργανώθηκαν.

Αγώνας για τα βασικά

Το 1925 το κράτος έδωσε ζώα μεταφοράς, σπόρους και βασικά εργαλεία για καλλιέργεια. Για τη διατροφή τους οι πρόσφυγες άρχισαν να σπέρνουν λαχανικά. Άνοιξαν και πηγάδια για πότισμα. Ονομαστός πηγαδάς ο Στέργος Βαμβακάς. Το πρώτο περιβόλι το έφτιαξε ο Χαράλαμπος Καραβασίλης γύρω στο 1926. Ακολούθησαν κι άλλοι, γιατί έβρισκαν αγορές για την πώληση των προϊόντων τους στα Μεσόγεια και την Κηφισιά.

Όλες οι δουλειές γίνονταν με μεγάλο κόπο και προσπάθεια. Ο πατέρας μου, Μιχάλης Δαμιανός, μού έλεγε ότι παλικαράκι τη δεκαετία του ‘30 φόρτωνε έναν γάιδαρο με λαχανικά και ανέβαινε ξημερώματα τον Διόνυσο για να πουλήσει στη Δροσιά, την Κηφισιά ή τη Σταμάτα και να επιστρέψει πάλι με τα πόδια στη Μάκρη. Αγώνας τεράστιος μόνο για να εξασφαλίσουν τα βασικά.

Με τη διανομή των κλήρων, κάθε οικογένεια πήρε 39-40 στρέμματα γης σε διάφορα σημεία, ακατάλληλη στο μεγαλύτερο μέρος της για καλλιέργεια. Το 1932 έγινε η οριστική διανομή της γης. Πήραν και λίγες ρίζες παλιές ελιές, οι οποίες, όμως, τους έδωσαν λίγο λάδι. Το παλιό ελαιοτριβείο, που υπήρχε πριν τους πρόσφυγες Μακρηνούς και Λιβισιανούς, στην Αγίου Κωνσταντίνου χαμηλά, εκεί ακριβώς που βρίσκεται σήμερα το περίπτερο και όπου πριν από μερικά χρόνια υπήρχαν ακόμη οι παλιές μυλόπετρες του ελαιοτριβείου, τους εξυπηρέτησε στην αρχή. Εκεί ήταν και τα λεγόμενα «Παλιάμπελα», μερικά παλιά κλήματα, τα οποία οι Μακρηνοί αντικατέστησαν με νέα φυτά. Έβαλαν κλήματα και αργότερα σαββατιανό σταφύλι από τα Μεσόγεια.

Καλλιέργεια και έξτρα έσοδο τα καλοκαίρια

Με τι ασχολήθηκαν οι Μακρηνοί πρόσφυγες; Φυσικά με την καλλιέργεια της γης, εφόσον εγκαταστάθηκαν σε μια περιοχή που δεν είχε να προσφέρει τίποτε ή δεν είχαν άλλους τρόπους και μέσα να την εκμεταλλευτούν. Οι περισσότεροι ήταν τεχνίτες και έμποροι. Όσοι ήξεραν από αγροτικές δουλειές τα κατάφεραν καλύτερα. Οι υπόλοιποι ταλαιπωρήθηκαν διπλά. Έβαλαν καμίνια για κάρβουνα και ασβέστη.

Αμέσως μετά δημιούργησαν τουβλοποιεία, επίσης αξιοποίησαν την άμμο της θάλασσας που τότε ήταν βουνά στην παραλία της Μάκρης. Το 1957 η Μάκρη έχει 9 τουβλοποιεία, 9 παντοπωλεία, 8 καφενεία – ταβέρνες, ένα εργοστάσιο πορσελάνης (1954, σχέδιο Μάρσαλ), 20 φορτηγά, παραλιακές ταβέρνες, κι ένα λεωφορείο ιδιοκτησίας Αναστασίου Λουίζου και αδελφών Δημητριάδη.

Καλοκαίρι και καρπούζι. Πώληση στους πρώτους παραθεριστές, δεκαετία ‘50. Αποστόλης Παπαποστόλου και Λευτέρης Κούρτης. Φωτογραφία από το αρχείο του Κώστα Μπούτσικου

Από τη δεκαετία του ‘50, μετά τον πόλεμο, η Νέα Μάκρη αναδεικνύεται σε τόπο παραθερισμού, κατάλληλο και για κατασκηνώσεις. Οι κάτοικοι νοικιάζουν ένα δωματιάκι στους παραθεριστές και περιορίζονται οι ίδιοι στο υπόλοιπο σπίτι για να έχουν ένα επιπλέον έσοδο για τον δύσκολο χειμώνα. Σιγά-σιγά αρχίζει η ανοικοδόμηση. Η Νέα Μάκρη είναι ένας υπέροχος τόπος μέσα στο πράσινο, με πεύκα και κουκουναριές μέχρι τη θάλασσα, με ακτές κατάλληλες για θαλάσσια μπάνια. Γρήγορα γίνονται και τα πρώτα σινεμά. Όλες οι ηλικίες περνούν καλά.

Τα μαγαζιά αρχίζουν να έχουν περισσότερη δουλειά, τροφοδοτούν παραθεριστές και κατασκηνώσεις. Τότε διαμορφώνεται και το λιμανάκι, βαθαίνει και προστατεύεται με μικρό λιμενοβραχίονα. Όλα σε κανονική κλίμακα. Σύντομα οργανώθηκε διοικητικά και η Κοινότητα.

Αξιοπρόσεκτο είναι ότι η ατομική προσφορά εργασίας ήταν για πολλά χρόνια υποχρεωτική, είτε επρόκειτο για τη συντήρηση των αποστραγγιστικών χαντακιών του Βάλτου, είτε για τον καθαρισμό χόρτων για την πρόληψη πυρκαγιάς κ.ά, με πρόστιμο σε περίπτωση αποφυγής της εργασίας.

Έτσι προχώρησε η Νέα Μάκρη, με τις συνήθειες των παλαιότερων και τις απαιτήσεις του παρόντος.

Προηγούμενο άρθροΚίνητρα για να λυτρωθούν ψυχές
Επόμενο άρθροΡόμπιν Γουίλιαμς: Ο κωμικός που με την αυτοκτονία του μας έκανε να δακρύσουμε