Όλοι έχουμε ανάγκη στη ζωή μας το γέλιο. Κι αυτός ο περίεργος, αυθάδης, πανούργος, άσχημος εξωτερικά αλλά όμορφος εσωτερικά τύπος, με τη βραχνή φωνή και τη μεγάλη μύτη, μας το προσφέρει σε αφθονία για περισσότερα από 150 χρόνια.

Έχει μεγαλώσει γενιές Ελλήνων αλλάζοντας τη θεματολογία του ανάλογα με τα ήθη κι έθιμα της εποχής, το αποτέλεσμα όμως είναι πάντα ίδιο. Μπροστά από το πανί, τα παιδιά ξεκαρδίζονται με τα αστεία του και οι μεγαλύτεροι θυμούνται την εποχή που εκείνοι ήταν παιδιά…

Ήταν 18 Αυγούστου του 1841 όταν γράφτηκε για πρώτη φορά σε ελληνική εφημερίδα (Ταχύπτερος Φήμη) ότι θα φιλοξενηθεί παράσταση του Καραγκιόζη στο Ναύπλιο και το Ήξερες Ότι αυτού του μήνα είναι αφιερωμένο στον ήρωα που πάντα πεινούσε αλλά ποτέ δεν έχανε το κέφι του…

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές σχετικά με την πατρίδα του Θεάτρου Σκιών, ωστόσο η UNESCO το έχει καταχωρήσει ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Συρίας. Ως είδος τέχνης, περιλαμβανόταν στην κουλτούρα πολλών πολιτισμών και εκτιμάται ότι μεγάλο ρόλο στην εξάπλωσή του έπαιξαν οι τσιγγάνοι.

Διαφορετικές εκδοχές υπάρχουν και για την ιστορία πίσω από τη γέννηση του Καραγκόζ ή Καραγκιόζ. Η πρώτη αναφέρει ότι τον 18ο αιώνα, ένας Υδραίος που ζούσε στην Κίνα και ονομαζόταν Γεώργιος Μαυρομάτης, έχασε όλη του την περιουσία.

Ψάχνοντας τρόπο να βγάλει χρήματα, έφτιαξε δύο φιγούρες με χαρτόνια, ονόμασε την πρώτη «Καραγκιόζ» (το επίθετό του στα τουρκικά) και τη δεύτερη Χατζηαβάτη, τους πέρασε ξυλάκια και άρχισε να οργανώνει παραστάσεις. Ο Μαυρομάτης μετακόμισε στην Τουρκία όπου οι παραστάσεις του έγιναν πολύ γρήγορα, πολύ δημοφιλείς, πριν τελικά φτάσουν και στην Ελλάδα.

Η δεύτερη εκδοχή μάς γυρνά κάπου στο 1340 και την Προύσα, όπου έζησε ο Σεΐχ Κιουστερί, έμπιστο πρόσωπο του σουλτάνου Ορχάν που ηγήθηκε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον θρυλο, ο Ορχάν ζήτησε την κατασκευή ενός τζαμιού και εκεί ξεκίνησαν να εργάζονται ο Καραγκιόζ ως εργάτης και ο Χατζιβάτ ως επιστάτης. Ο Καραγκιόζ, όμως, αντί να δουλεύει, σπαταλούσε τον χρόνο των εργατων λέγοντας αστεία. Είχε τόσο χιούμορ, που σταματούσαν ό,τι έκαναν για να τον χαζέψουν και να γελάσουν.

Μαθαίνοντας ότι ο εργάτης ευθυνόταν που το έργο καθυστερούσε, ο Ορχάν διέταξε τη θανάτωσή του. Αργότερα ρώτησε τον Χατζιβάτ αν ο Καραγκιόζ ήταν όντως τόσο αστείος κι όταν ο τελευταίος τον μιμήθηκε, γέλασε τόσο, που μετάνιωσε για την απόφασή του και έφτιαξε προς τιμήν του ένα μεγάλο μνήμα.

Ο Καραγκιόζης υπήρχε στην Ελλάδα και επί τουρκοκρατίας, αλλά δεν ήταν δημοφιλής. Λέγεται ότι οπλαρχηγοί που οργάνωναν την επανάσταση, χρησιμοποιούσαν τις παραστάσεις ως κάλυψη για να συναντιούνται χωρίς να κινούν υποψίες.

Αυτός που οργάνωσε τις πρώτες παραστάσεις στην Ελλάδα αλλά με χονδροκομμένο χιούμορ ήταν ο Μπαρμπαγιάννης Βραχάλης λίγο πριν το 1840.

Ο καθαρά ελληνικός Καραγκιόζης, ο φτωχός λαϊκός ήρωας με το αστείρευτο χιούμορ, την πονηριά και την καμπούρα, ξεκίνησε να περιοδεύει στη χώρα κάπου στις αρχές του 1900, με τον Πατρινό Δημήτρη Σαρδούνη, γνωστό και ως Μίμαρο, να θεωρείται ο πρώτος που προσέλκυσε στις παραστάσεις του την ελληνική οικογένεια.

Ο Μίμαρος έφτιαξε «σχολή» και το έργο του συνέχισαν και διέδωσαν οι μαθητές του. Με τα χρόνια, διάφοροι καραγκιοζοπαίκτες πρόσθεταν χαρακτήρες και έτσι νέες ιστορίες γεννιούνταν και το Θέατρο Σκιών πορευόταν με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Οι παραστάσεις μάζευαν μεγάλα πλήθη, οι καραγκιοζοπαίκτες αυξήθηκαν πολύ γρήγορα και το 1924 ίδρυσαν σωματείο με 120 μέλη.

Ο Β’ Παγκόσμιος και στη συνέχεια ο εμφύλιος έπληξαν ανεπανόρθωτα το Θέατρο Σκιών. Κι ίσως να του έβαζαν και ταφόπλακα αν δεν υπήρχε ο Ευγένιος Σπαθάρης (γιος του καραγκιοζοπαίκτη Σωτήρη Σπαθάρη), ο οποίος με πολλή επιμονή και προσπάθεια, ζωντάνεψε ξανά τον Καραγκιόζη.

Από το 1942 κι έπειτα, το Θέατρο Σκιών όργωσε όλη την Ελλάδα μέσα στη βαλίτσα του Σπαθάρη. Πήγε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, στα Δημήτρια, στα Κρυστάλλεια της Πεντέλης, ενώ οι αγαπημένοι χαρακτήρες ταξίδεψαν σε πολλα μέρη της Γης, φτάνοντας μέχρι το Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης.

Νέοι καραγκιοζοπαίκτες αναδείχθηκαν και το Θέατρο Σκιών παραμένει μέχρι και σήμερα ζωντανό. Με θεματολογία για την τεχνητή νοημοσύνη, τα τάμπλετ και την κλιματική κρίση, αλλά και με στοιχεία που κρατούν ζωντανές μνήμες από άλλες εποχές, πολύ διαφορετικές. Με έμφαση στην παράδοση, αλλά και στην παρουσίαση της σημερινής οπτικής της κοινωνίας σε μια σειρά από ζητήματα.

Η αλήθεια είναι, ότι ένας καλός καραγκιοζοπαίκτης μπορεί να περάσει πολλά μηνύματα, τόσο στα παιδιά, όσο και στους μεγαλύτερους που θα τον παρακολουθήσουν κι αυτή η ιδιαιτερότητα είναι που κάνει αυτή την τέχνη σημαντική για κάθε γενιά.

Τον Ιούνιο του 1995 ο Δήμος Αμαρουσίου εξασφάλισε μόνιμη στέγη για τον Καραγκιόζη και τους υπόλοιπους φίλους του, στην καρδιά της πόλης, ιδρύοντας το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών.

Προηγούμενο άρθροΗ αληθινή ιστορία του ανθρώπου που έζησε για 8 χρόνια συνεχόμενο deja vu
Επόμενο άρθροΟ Κώστας Αναστασόπουλος από τον Μαραθώνα διεκδικεί μετάλλιο σε μεγάλο διεθνές τουρνουά kick boxing