Ο αξέχαστος προημιτελικός του Μουντιάλ 1986 ανάμεσα σε Αργεντινή κι Αγγλία και η θρυλική ιστορία με τις… μαϊμού εμφανίσεις
Του Κώστα Ζοργιού
Όσοι έχουν ζήσει το Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό, ανασύρουν πολύ συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό τους, σε μια εποχή που το ίδιο το ποδόσφαιρο ήταν πολύ διαφορετικό.
Αγώνες που γίνονταν σε υψόμετρο ή ακόμα και κάτω από τον καυτό ήλιο για να μεταδίδονται σε εμπορική ώρα στην Ευρώπη (λόγω διαφοράς με τη διοργανώτρια χώρα), αχανή γήπεδα με το χορτάρι να αλλάζει χρωματισμό πρασίνου ανά… τετραγωνικό μέτρο και έναν ποδοσφαιριστή να παίρνει από το χέρι την ομάδα του και να την οδηγεί προς την κορυφή, εν μέσω σφοδρής κριτικής και μεγάλης απαισιοδοξίας στην πατρίδα του πριν την έναρξη της διοργάνωσης.
Πριν φτάσουμε βέβαια στη στιγμή της κορύφωσης, με τον Ντιέγκο Μαραντόνα να σηκώνει το τρόπαιο μετά τον δραματικό τελικό κόντρα στη Δυτική Γερμανία (μία από τις δύο Γερμανίες πριν την πτώση του Τείχους), υπήρχαν δύο άλλες στιγμές που συνέβαλαν στη δημιουργία του μύθου του, αμφότερες στον προημιτελικό με την Αγγλία.
Το «χέρι του Θεού», για την πονηριά και την… παρανομία του και το «γκολ του αιώνα», στο οποίο ξεκίνησε από το κέντρο, πέρασε τη μισή Αγγλία και τον τερματοφύλακα Πίτερ Σίλτον και σκόραρε χωρίς ποτέ η μπάλα να ακουμπήσει στο δεξί του πόδι. Τα έκανε όλα με το αριστερό, λες και έβαζε κάθε φορά ένα στοίχημα με τον εαυτό του να κάνει κάτι που για οποιονδήποτε άλλο θα ήταν αδύνατο.
Πίσω από τις επιτυχίες, όμως, κρύβονται συχνά και περίεργες ιστορίες, άγνωστες στο ευρύ κοινό, που αναδεικνύουν αφανείς ήρωες, το παρασκήνιο των αποδυτηρίων, σκηνές από τη ζωή στο ξενοδοχείο και ενίοτε… φροντιστές ομάδων που με μια βελόνα και κλωστές στο χέρι, τρέχουν και δεν φτάνουν πριν τον μεγάλο αγώνα.
Στις 22 Ιουνίου 1986, η Αργεντινή αντιμετώπιζε την Αγγλία στο Στάδιο Αζτέκα με φόντο την πρόκριση στα ημιτελικά. Δεν ήταν ένας απλός
αγώνας, καθώς μόλις τέσσερα χρόνια πριν είχε προηγηθεί ο πόλεμος των 74 ημερών στα Φώκλαντ και η ήττα των Αργεντινών που αποτελούσε πλήγμα για την κοινωνία της χώρας.
Η FIFA προσπαθούσε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, λέγοντας ότι πρόκειται για ένα απλό ποδοσφαιρικό παιχνίδι και τίποτα περισσότερο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να περιορίσει την ένταση. Τις ημέρες πριν από τον αγώνα, ενημέρωσε την Εθνική Αργεντινής ότι δεν μπορούσε να φορέσει την παραδοσιακή της εμφάνιση για να μην μπερδεύεται ο κόσμος με τα λευκά της Αγγλίας.
Και κάπου εκεί ήταν που προέκυψε ένα μεγάλο πρόβλημα. Η δεύτερη εμφάνιση των Αργεντινών, μονόχρωμη μπλε, ήταν φτιαγμένη από χοντρό βαμβάκι, βαριά και ανυπόφορη για να αγωνιστούν οι παίκτες κάτω από τον καυτό ήλιο. Έπρεπε να βρεθεί λύση άμεσα για να ηρεμήσει ο ομοσπονδιακός προπονητής Κάρλος Μπιλάρδο και η λύση βρέθηκε στον… δρόμο.
Αντιπροσωπεία της Εθνικής με οδηγό τον αναπληρωματικό τερματοφύλακα Έκτορ Ζελάδα, επισκέφτηκε το Τεπίτο, μια αγορά γνωστή για τις απομιμήσεις της, σε μια κακόφημη λαϊκή συνοικία του Μέξικο Σίτι.
Εκείνη την περίοδο ήταν γεμάτη φανέλες εθνικών ομάδων λόγω του Μουντιάλ, υψηλής ποιότητας απομιμήσεις με ελαφρύτερα υλικά από το βαμβάκι. Σε ένα από τα στενά βρέθηκε η ιδανική φανέλα για την Αργεντινή.
Σκούρα μπλε, με το λογότυπο της Le Coq Sportif, σχεδόν ίδια με την αυθεντική αλλά πολύ πιο δροσερή μια και ήταν φτιαγμένη από πολυεστέρα. Χωρίς να πιστεύει τι άκουγαν τα αυτιά του, ο πωλητής έγινε κομμάτι της ιστορίας και η αντιπροσωπεία επέστρεψε στο ξενοδοχείο με τις φανέλες.
Έμενε να γίνουν «αυθεντικές» κι έτσι οι φροντιστές ξεκίνησαν το ράψιμο με όχι ιδανικά αποτελέσματα, μια και πολλοί αριθμοί ήταν στραβοί ή το σήμα της Ομοσπονδίας ήταν ραμμένο σε διαφορετικό σημείο από μπλούζα σε μπλούζα.
Οι μπλε φανέλες του Τεπίτο δεν φορέθηκαν ποτέ ξανά μετά τον θρίαμβο επί της Αγγλίας και τα δύο ιστορικά γκολ του Μαραντόνα. Ορισμένες βρίσκονται καλά φυλαγμένες στα συρτάρια παικτών εκείνης της μεγάλης Αργεντινής, άλλες κατέληξαν σε ιδιωτικές συλλογές, κάποιες
χάθηκαν. Όπως, όμως, έγραψε κάποτε το goal.com σε ένα μεγάλο του αφιέρωμα, άφησαν μια μεγάλη κληρονομιά:
Το ποδόσφαιρο και οι μεγάλοι αγώνες, δεν παίζονται μόνο στο γήπεδο. Παίζονται και στα αποδυτήρια, στους διαδρόμους του ξενοδοχείου, σε μια αγορά κακόφημης συνοικίας, στα χέρια ενός φροντιστή που ράβει ένα σήμα με τον χρόνο να πιέζει.
















































