Του Μάκη Κουλουμπή

Πέρασε κι αυτό το καλοκαίρι, με τις εκατοντάδες δασικές φωτιές να κατακαίουν πάλι όλη τη χώρα. Συνηθισμένοι, πλέον, πολλοί συμπολίτες μας με όσα έχουν βιώσει τα προηγούμενα καλοκαίρια, με αποκορύφωμα την τραγωδία του 2018, θα μονολόγησαν ότι …σε σχέση με άλλους, φτηνά την βγάλαμε για φέτος. Σκληρό βέβαια, αλλά πραγματικό.

Ίσως γιατί, με όσα έχουμε ζήσει, πάψαμε να σκεπτόμαστε μόνο με το μυαλό και τη λογική, αλλά και με το θυμικό. Γι’ αυτό κάθε φορά που ακούμε σειρήνες στη Λεωφόρο Μαραθώνος, κάθε φορά που μας έρχεται μια μυρωδιά από καμένο, βγαίνουμε όλοι από τα σπίτια μας ανήσυχοι, ψάχνοντας να δούμε τι συμβαίνει.

Φτάσαμε, όμως, μέσα Οκτώβρη, με το γνωστό σκηνικό όχι μόνο να συνεχίζεται, αλλά ν’ αποτελεί πλέον κάτι το πρωτόγνωρο. Μέσα στις τελευταίες τέσσερις βδομάδες, να έχουμε ζήσει, από Νέο Βουτζά μέχρι Βαρνάβα, 30 περίπου πυρκαγιές, όχι μόνο σε βουνοκορφές αλλά και κοντά σε σπίτια. Και μάλιστα όλες νύχτα και με αέρηδες. Κανένας πλέον δεν αμφισβητεί ότι μιλάμε για ένα οργανωμένο σχέδιο εμπρησμών, αλλά κι ένα πολύ πιθανό σενάριο με τον δράστη ή τους δράστες να είναι οι ίδιοι σε όλες τις περιπτώσεις. Μιλάμε δηλαδή για τρομοκρατία, χωρίς να νιώθω υπερβολικός αν την χαρακτήριζα ακόμη και ασύμμετρη απειλή.

Διαβάζοντας, μάλιστα, δηλώσεις του Δημάρχου ότι «το τελευταίο διάστημα είμαστε σε μία μάχη και πρέπει να βρισκόμαστε όλοι σε επαγρύπνηση», αλλά και ότι «συγκεντρώνεται υλικό από κάμερες για να παραδοθεί στις Αρχές», πολύ δύσκολα κοιμάμαι τα βράδια.

Ποιοι όμως είναι αυτοί που βάζουν φωτιές, με σκοπό να προξενήσουν τρόμο, πανικό, καταστροφές, ακόμα και θανάτους; Γιατί το κάνουν, ποια τα κίνητρά τους και ποια είναι τα ψυχολογικά τους χαρακτηριστικά; Είμαι ο μόνος, άραγε, που έχει τέτοιους προβληματισμούς σ’ αυτήν την πόλη; Το προφίλ ενός εμπρηστή είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί, γιατί οι παράγοντες που οδηγούν κάποιον σε μια τέτοια ενέργεια ποικίλουν, μου είπε ένας παλιόφιλος, Ψυχίατρος Καθηγητής, τρώγοντας ψαράκι στην παραλία. Στη δική σας περίπτωση δεν υπάρχουν χαρακτηριστικά που να δικαιολογούν οικονομικά συμφέροντα. Το πιο πιθανό είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές πυρομανών εμπρηστών.

Υπάρχουν οι πυρομανείς που αισθάνονται μια παθολογική, μια ακατανίκητη τάση να βάζουν φωτιά, συνέχισε. Δεν είναι τόσο το άναμμα της φωτιάς που τους προκαλεί ευχαρίστηση, αλλά πολύ περισσότερο όλα τα επακόλουθα. Μπορεί να παραμένουν στο σημείο όπου έβαλαν φωτιά, απολαμβάνοντας τα προβλήματα και το χάος που προκάλεσαν, αισθανόμενοι έτσι ένα είδος δύναμης. Πολλοί από αυτούς, μάλιστα, προσπαθούν να βοηθήσουν στο σβήσιμο της φωτιάς που άναψαν, με σκοπό οι γύρω τους να τους δουν σαν ήρωες.

Αντίθετα, ένας εμπρηστής γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει, αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά παρόλα αυτά επιλέγει να κάνει τον εμπρησμό. Ακόμα και ο φόβος μιας πιθανής σύλληψης και καταδίκης του, δεν τον αποτρέπει. Οι περισσότεροι από αυτούς, βάζοντας φωτιά, νιώθουν ότι έχουν δύναμη και ότι είναι σε θέση να τιμωρήσουν αυτούς που θεωρούν ότι τους αδίκησαν, είτε πρόκειται για άτομα είτε για οργανισμούς είτε για την κοινωνία ολόκληρη. Ψάχνουν να ανταποδώσουν το κακό που πιστεύουν ότι έγινε εις βάρος τους και δρουν από εκδίκηση. Ο θυμός είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων τους.

Φτάνει, του λέω, αρκετά. Κατάλαβα… Μπλέξαμε. Έχουμε ξεφύγει. Και γυρίζοντας σπίτι, στη συνηθισμένη ανήσυχη νύχτα μου, κάπου μου μπήκε η σκέψη ότι για να βρεθούν και να συλληφθούν οι δράστες ή ο δράστης, πέρα από την Πυροσβεστική και τους εθελοντές, πέρα από την Αστυνομία, ίσως και τον Στρατό, πιθανότατα να χρειαστούμε και κάποιους ειδικούς Ψυχιάτρους.