του Παναγιώτη Θεοδωρακόπουλου

Ο Π. Θεοδωρακόπουλος είναι Πρέσβης επί τιμή. Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα και σπούδασε  Εμπορικές Επιστήμες & Νομικά. Υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στις Πρεσβείες της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, στη Μόσχα, στην Τρίπολη Λιβύης και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Διετέλεσε επικεφαλής της Διεύθυνσης Κύπρου. Παράλληλα, δίδαξε στη Διπλωματική Ακαδημία του Υπουργείου Εξωτερικών και στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, με πλούσια επιστημονική βιβλιογραφία.


Όπως μάθαμε στο σχολείο, όλες οι λέξεις με κατάληξη -τέος, -τέα, -τεον (ρηματικά επίθετα) εκφράζουν την αναγκαιότητα ότι κάτι πρέπει να γίνει. Π.χ. το πρακτέον, το καταστρεπτέον. Το ίδιο συμβαίνει στα λατινικά με το λεγόμενο γερουνδιακό, με κατάληξη -ndus, nda, ndum, π.χ. delenda (καταστρεπτέα).

Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, του Καθηγητή κ. Μπαμπινιώτη, αναφέρεται στο λήμμα «Προπαγάνδα» ότι «η λέξη εμφανίστηκε στην ονομασία Congregatio de propaganda fide (Σύνοδος διάδοσης της πίστεως), που αποτελούσε συνοδικό όργανο της Καθολικής Εκκλησίας, το οποίο συστάθηκε το 1559 από τον Πάπα Κλήμεντα Η’, προκειμένου να διαδώσει την πολιτική του Ενωτισμού (Ουνία) (1)».

Στο ίδιο λήμμα παρουσιάζεται η ετυμολογία της λέξης propaganda, που είναι το γερουνδιακό του συνθέτου ρήματος propagο που σημαίνει «μοσχεύω – εκτείνω, αυξάνω» με ρίζα το ρήμα pangere που σημαίνει, με τη σειρά του «μπήγω, φυτεύω (2)». Συνεπώς, η propaganda fide είναι η εμφυτευτέα, και κατ’ επέκταση, η διαδοτέα πίστη.

Συγκρατώ από τον ορισμό της Προπαγάνδας που δίδεται στο πιο πάνω λήμμα την σε αγκύλες πρόταξη της ένδειξης περί κακοσημίας της λέξης (3).
Η κακοσημία, λοιπόν, της Προπαγάνδας εκφράζει την «κοινή δόξα», την κοινή γνώμη και πεποίθηση των πολλών γι’ αυτήν. Η γνώμη, όμως, των πολλών σαφώς δεν καλύπτει όλο το εύρος και την πράξη της προπαγάνδας.

Και τίθεται το ερώτημα: Πώς κατέληξε η Προπαγάνδα να είναι κακόσημη; Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στους ίδιους τους ανθρώπους (άτομα, θεσμοί, ομάδες συμφερόντων), οι οποίοι ανάλογα με τις επιδιώξεις τους χρησιμοποιούν τεχνικές, όχι για μια απλή διάδοση μιας ιδέας, μιας πληροφορίας μεταξύ ελλόγων ατόμων με κριτική σκέψη, γενικά με λόγο και ελευθερία βούλησης, όπως ήθελε ο Χριστός.

Αντίθετα, χρησιμοποιούν τεχνικές προς επιβολή της ιδέας μέσω γλωσσοδιαστροφής, υποβολής, δημιουργίας ειδώλων, ιδεοληψιών, στερεοτύπων, ψυχικών στάσεων, ψευδοσυλλογισμών που απολήγουν σε ήδη προσδιορισμένα συμπεράσματα, με εν γένει εκμετάλλευση ενδιαθέτων φόβων και ενστίκτων των ατόμων, και κατ΄ επέκταση των συλλογικοτήτων, τις οποίες βλέπουν οι εν λόγω προπαγανδιστές ως «μάζα». Δηλαδή όχι ως πρόσωπα, αλλά ακριβώς ως εύπλαστη (ή πορώδη) αδιαμόρφωτη μάζα (4). Με άλλα λόγια, η «κατά κοινή δόξα», η «ένδοξη» κακόσημη προπαγάνδα χρησιμοποιείται από λαοπλάνους, δημεγέρτες (αγκιτάτορες) και τα καθεστώτα για «Διαχείριση (διάβαζε χειραγώγηση) του Εσωτερικού Μετώπου», δηλαδή του Λαού.

Πέρα, όμως, από τη διαχείριση του εσωτερικού μετώπου και τη συνακόλουθη κακοσημία, υπάρχει ευρύς χώρος για αξιοποίηση της Προπαγάνδας, όπως για την προώθηση των προϊόντων (διαφήμιση), το κτίσιμο της μάρκας τους (branding) αλλά και της μάρκας ολόκληρης της χώρας (nation branding), την κοινωνική αλληλεγγύη και φιλαλληλία (π.χ. «όλοι μαζί μπορούμε»), την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την προστασία του περιβάλλοντος κλπ. Τομείς, δηλαδή, κρίσιμους για τη ζωή των ατόμων, των Εθνών αλλά και ολόκληρης της διεθνούς κοινωνίας.

Κλείνω με τη διευκρίνιση ότι θα πρέπει να εκλαμβάνουμε την Προπαγάνδα σαν ένα Μέσο. Και όπως διεκήρυξε ο Marshall McLuhan, δεν πρέπει να αναζητούμε ηθική ή ανηθικότητα στα Μέσα αλλά στους ανθρώπους.


(1) , (2), (3) Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998, σελ. 1503. (4) Παναγιώτης Χ. Θεοδωρακόπουλος, Προπαγάνδα η Ένδοξη, Ι.Σιδέρης, Αθήνα 2006, σελ. 64,65

Προηγούμενο άρθροΟ Μνημόνιος | Μάιος 2017
Επόμενο άρθροΔημοτικές Εκλογές 2019: Με απλή αναλογική και όχι μόνο…