Όλοι μας, λίγο πολύ, ακούμε ή διαβάζουμε τελευταία για το Bitcoin και τα κρυπτονομίσματα, αλλά το προσπερνάμε, ως κάτι που δεν μας αφορά.

Για τις νεότερες γενιές όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Από περιέργεια, λοιπόν, ρώτησα μια μέρα τον γιο μου, που είναι Οικονομολόγος, να μου εξηγήσει τί στο καλό είναι αυτό το Bitcoin, ποια η χρησιμότητά του και σε τί εξυπηρετεί. Δυσκολεύτηκε για λίγο να μου απαντήσει, στην προσπάθειά του να το προσεγγίσει με απλές έννοιες, για να καταλάβω.

Μιας και σήμερα λοιπόν είπα να γράψω κάτι πιο …προχωρημένο, θα προσπαθήσω να κάνω κι εγώ το ίδιο, ώστε να δώσω μια, όσο το δυνατόν, σαφή εικόνα.

Τα κρυπτονομίσματα, λέξη που προέρχεται από τις λέξεις «κρυπτογραφία» και «νόμισμα», είναι ουσιαστικά εικονικά νομίσματα που παράγονται από υπολογιστές και όχι με τον γνωστό τρόπο που εκδίδονται τα εθνικά νομίσματα. Λειτουργούν όμως ως μέσο αποθήκευσης πλούτου και συναλλαγής, όπως οποιοδήποτε νόμισμα, έχοντας αποκτήσει σπουδαία επενδυτική και συναλλακτική αξία. Τείνουν δηλαδή να πάρουν τη μορφή χρήματος. Για να γίνουν όμως χρήμα θα πρέπει να αποκτήσουν την πλήρη αποδοχή από την παγκόσμια κοινότητα, που προς το παρόν τα βλέπει περισσότερο ως επενδυτικό όχημα, με πρωτόγνωρο μάλιστα ενδιαφέρον, παρά ως ένα συναλλακτικό μέσο.

Το Bitcoin, το πρώτο κρυπτονόμισμα που δημιουργήθηκε παγκοσμίως, ξεκίνησε το 2008 από τον υποτιθέμενο δημιουργό του Σατόσι Νακαμότο. Και λέω υποτιθέμενο, γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει εμφανισθεί κάποιος δημόσια με αυτό το όνομα, με λογικό πλέον συμπέρασμα πως πίσω από το όνομα αυτό βρίσκεται μια ομάδα προγραμματιστών. Το 2008, o υποτιθέμενος Σατόσι κυκλοφόρησε, ανοιχτά προς όλους τους ενδιαφερόμενους, τη Λευκή Βίβλο, δηλαδή λογισμικό και πρωτόκολλο λειτουργίας του Bitcoin, όπου αναλύεται η τεχνολογία που στηρίζεται ως ψηφιακό νόμισμα και πώς αυτό λειτουργεί στην αγορά.

Με άλλα λόγια, το Bitcoin, όπως και το κάθε κρυπτονόμισμα, ελέγχονται από όλους τους χρήστες του παγκοσμίως, πάνω σε ένα εντελώς αποκεντροποιημένο σύστημα, γνωστό ως blockchain.

Στη συνέχεια, πολύ γρήγορα μάλιστα, άρχισε να δημιουργείται μια παγκόσμια κοινότητα, κυρίως από επαγγελματίες του διαδικτύου και της πληροφορικής, οι οποίοι ξεκίνησαν, δειλά δειλά, να κάνουν μεταξύ τους συναλλαγές με Bitcoin.

Δεκατρία χρόνια μετά από την δημιουργία του, το Bitcoin έχει κερδίσει την αποδοχή μιας τεράστιας μάζας χρηστών του διαδικτύου παγκοσμίως, καλύπτοντας το 40% περίπου της αγοράς των κρυπτονομισμάτων, με την αξία του κάθε νομίσματος, που αρχικά ήταν μερικά σεντς, σήμερα να φτάνει τα 30.000 ευρώ, ενώ κάποια στιγμή ξεπέρασε και τα 50.000 ευρώ.

Σήμερα που μιλάμε, ο καθημερινός τζίρος του συνόλου της αγοράς των κρυπτονομισμάτων κυμαίνεται στα 300 δις ευρώ, με τη χρηματιστηριακή αξία της να έχει φτάσει τα 2 τρις ευρώ. Μιλάμε δηλαδή, για όσους δεν κατάλαβαν το μέγεθος του ποσού, για μια χρηματιστηριακή αξία 2.000.000 ολόκληρων εκατομμυρίων ευρώ.

Όπως άκουσα μάλιστα σε μια εκπομπή του Ant1, μόνο στη χώρα μας λειτουργούν σήμερα 60 μηχανήματα ATM για αγορές και πωλήσεις κρυπτονομισμάτων, κυρίως Bitcoin, με χρήση ευρώ.
Βέβαια, το όλο σύστημα των ψηφιακών νομισμάτων για να εξελιχθεί, θα πρέπει να έχει υποστηρικτές και κάποιους γνωστούς μεγαλοκεφαλαιούχους, όπως για παράδειγμα ο Elon Musk, ιδρυτής της TESLA, που λέει πως τα επόμενα χρόνια, τα κρυπτονομίσματα θα παίζουν βασικό ρόλο στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Όπως και νά ‘χει, όπως δείχνουν τα πράγματα, το κρυπτονόμισμα ήρθε για να μείνει. Παραμένει ένα σχετικά νέο φαινόμενο που αναπτύσσεται ραγδαία, έχοντας φέρει την τέλεια αναστάτωση στα σύνορα Τεχνολογίας και Οικονομίας. Μάλιστα, η ανωνυμία και η ταχύτητα των συναλλαγών το έχει μετατρέψει σε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό μέσο φοροδιαφυγής και παράνομης δραστηριότητας, κάτι που έχει κινητοποιήσει, σε παγκόσμιο επίπεδο, τις ρυθμιστικές Αρχές.

Προς το παρόν κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα είναι η εξέλιξή του. Κάποιοι το βλέπουν σαν ένα χρηματιστήριο που δεν κλείνει ποτέ, δίνοντας μάλιστα πολλές υποσχέσεις για εύκολο κέρδος. Από την άλλη πλευρά πολλοί είναι εκείνοι που το χαρακτηρίζουν ως ένα κερδοσκοπικό παιχνίδι και ως την επόμενη μεγάλη «φούσκα», σαν αυτή που ζήσαμε πριν από 20 χρόνια.

Σύντομα πάντως, όπως πιστεύω, θα μάθουμε ποια από τις δύο αυτές απόψεις θα υπερισχύσει.