Του Μάκη Κουλουμπή

Tεύχος Σεπτεμβρίου, του μήνα που αρχίζουν ξανά τα σχολεία, και πέρα από τις ευχές μου για καλή χρονιά σε κάθε μαθήτρια και μαθητή, δεν θα μπορούσα να μην εκφράσω τον προβληματισμό μου για τον ελεύθερο χρόνο τους που όλο και συρρικνώνεται, κάθε σχολική χρονιά που περνά.

Σίγουρα δεν είμαι ο μόνος που δεν θεωρεί υπερβολή ότι οι μαθητές είναι από τους πιο σκληρά εργαζόμενους συμπολίτες μας. Κι αυτό γιατί αν υπολογίσει κανείς τις επτά ώρες που αφιερώνουν με τα πήγαινε-έλα στο σχολείο, τις δύο ώρες φροντιστήριο, τη μια ώρα τουλάχιστον στις ξένες γλώσσες και 2-3 ώρες διάβασμα στο σπίτι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι περισσότεροι από αυτούς δουλεύουν 12 με 13 ώρες την ημέρα, δηλαδή κάπου 85 με 90 ώρες τη βδομάδα. Κάτι που ουσιαστικά σημαίνει ότι η φράση «ελεύθερος χρόνος» είναι γι’ αυτούς σχεδόν άγνωστη.

Κι εδώ μπαίνει ο προβληματισμός, ένας προβληματισμός που γίνεται οξύτερος βλέποντας πολλούς γονείς που με λογική την ανάπτυξη ικανοτήτων και την απόκτηση εφοδίων για το μέλλον, γεμίζουν το πρόγραμμα των παιδιών τους, στερώντας τους τον απαραίτητο χρόνο για παιχνίδι κι ανεμελιά. Κι αυτό, αγνοώντας ή αμελώντας τις όποιες σοβαρές παρενέργειες μπορούν να προκύψουν στην πνευματική συγκρότηση και την ψυχική ισορροπία των παιδιών. Και φυσικά, θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφερθώ και στην αστοχία κάποιων γονέων που επιλέγουν τις δραστηριότητες των παιδιών τους ανάλογα με τα δικά τους προγράμματα ή και ενδιαφέροντα.

Για να μη χαρακτηριστώ υπερβολικός ή άδικος, ομολογώ ότι καταλαβαίνω τους ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης της κοινωνίας μας, καθώς και τις απαιτήσεις που κάθε νέα και νέος πρέπει να αντεπεξέλθει ώστε να προετοιμαστεί για ένα δύσκολο αύριο. Ότι στην εποχή μας οι απαιτήσεις για τα παιδιά αυξάνονται συνεχώς, ενώ ταυτόχρονα μειώνεται η ηλικία κατά την οποία ξεκινούν τις διάφορες επιμορφωτικές δραστηριότητες. Όμως, ο άνθρωπος δεν είναι μηχανάκι. Πέρα από τις βιολογικές του ανάγκες και ξέχωρα από το φύλο, την ηλικία, την καταγωγή, το πνευματικό ή κοινωνικό του επίπεδο, έχει και τις συναισθηματικές, πνευματικές, ψυχικές, κοινωνικές, σωματικές κι ένα σορό άλλες ανάγκες που πρέπει να ικανοποιεί με μέτρο, για να φέρει ισορροπία στη ζωή του και στο περιβάλλον του.

Ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος που είναι ελεύθερος από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, ο χρόνος που αφιερώνουμε σε δραστηριότητες της αρεσκείας μας, διαρκώς περιορίζεται και ο νέος, κουρασμένος και καταβεβλημένος από μια δύσκολη και απαιτητική ρουτίνα, δυσκολεύεται να αφιερωθεί στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Προσωπικά, ευτυχώς, δεν θυμάμαι την παιδική μου ηλικία, αλλά και μετέπειτα, να κινείται σε τέτοιους έντονους ρυθμούς. Τα μεσημέρια τελειώνοντας το σχολείο, βάζαμε τις τσάντες μας στον δρόμο για τέρματα και παίζαμε μπάλα, μέχρι να μας φωνάξει η μάνα μας για φαγητό.

Όλοι μας περιμέναμε, πως και πως, τις διακοπές του Πάσχα, των Χριστουγέννων και του καλοκαιριού για να πάμε διακοπές, κανονικές διακοπές, οι περισσότεροι στο χωριό του παππού. Και κανένας, απ’ όσους μιλάμε ακόμα, δεν έχει παράπονο από τη ζωή του. Και μόρφωση απέκτησαν και γλώσσες έμαθαν και επαγγελματική καριέρα έκαναν και κοινωνικοί έγιναν και ευτυχισμένοι δηλώνουν.

Άλλες εποχές, θα πει κάποιος. Και με το δίκιο του. Οι σύγχρονες ανταγωνιστικές και απαιτητικές αναπτυγμένες κοινωνίες, με τον υπερκαταναλωτισμό τους και τα δήθεν τους έχουν εγκαταλείψει τα σημερινά παιδιά σε ένα αβέβαιο μέλλον, με μηδαμινό ελεύθερο χρόνο, αυξημένο χρόνο εργασίας και περιορισμένη διάθεση κοινωνικής διάθεσης, προσφοράς και δράσης.

Όπως και να ΄χει όμως, εκείνο που θα ’θελα να πω κλείνοντας, κάτι που πρέπει να αντιληφθούμε όλοι μας και σε βάθος, είναι ότι ζωή από δεύτερο χέρι δεν υπάρχει. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

Προηγούμενο άρθροΜήνας εποχιακής μετάβασης… Τα λέμε από Οκτώβρη
Επόμενο άρθροΤο κατάστημα Wind στη Νέα Μάκρη αναζητά υπάλληλο