του ΜΑΚΗ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗ


Η διασπορά ψευδών και πλαστών ειδήσεων, γνωστών στην καθομιλουμένη ως “fake news”, συνεχίζει ν’ αποτελεί τα τελευταία χρόνια ίσως το πιο νοσηρό φαινόμενο στο διαδίκτυο. Μάλιστα, με τη γιγάντωση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την υψηλή δημοφιλία που έχουν αποκτήσει, το κακό έχει παραγίνει, μιλώντας πλέον για μια πραγματική «πανδημία».

Ακόμα και κάποιες… ειδήσεις που είναι ηλίου φαεινότερο ότι δεν περιέχουν ούτε ψήγμα αλήθειας, πραγματικότητας, ακόμα και λογικής, μεταδίδονται με ταχύτητα αστραπής, με αποτέλεσμα, δυστυχώς, να αποκτούν υπόσταση και να γίνονται τελικά πιστευτές από μεγάλη μερίδα του κοινού, που μάλιστα διαμορφώνει γνώμες και απόψεις. Και δη, χωρίς κανέναν προβληματισμό από τους χρήστες, αφού εννέα στις δέκα από αυτές… καταπίνονται αμάσητες.

Με το πρόβλημα βέβαια να μη σταματά εκεί, αφού όταν οι… ειδήσεις αυτές μας δημιουργούν συναισθήματα, όπως, για παράδειγμα, έκπληξης, δικαίωσης, ευτυχίας, υπερηφάνειας ή και θυμού, από μόνες τους συνήθως μας ωθούν να τις μοιραστούμε και με πολλούς άλλους. Κι έτσι φτάσαμε να βλέπουμε καθημερινά έναν σωρό fake news να γίνονται viral, με το φαινόμενο να εντείνεται συνεχώς, γιατί ακριβώς έτσι δουλεύει.

Κάποια στιγμή, βέβαια, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η μάχη κατά των fake news είναι μια από τις πιο άνισες που καλούμαστε να δώσουμε, όχι μόνο ως κοινωνία, αλλά κι ως άτομα. Να καταλάβουμε, επιτέλους, ότι τα fake news είναι κάποιες υποτιθέμενες ειδήσεις που παρουσιάζονται κυρίως ως δημοσιογραφικές, όμως στην πραγματικότητα είναι εσκεμμένα κατασκευασμένες για να εξυπηρετήσουν κάποιους σκοπούς.

Γράφονται και δημοσιεύονται από επαγγελματίες του είδους, με στόχο να παραπλανήσουν και να εξαπατήσουν το κοινό -και σαν σύνολο και σαν κοινωνικές ομάδες- προκειμένου να μειώσουν τον αντίκτυπο κάποιων πραγματικών ειδήσεων, να διαμορφώσουν κοινή γνώμη για οικονομικά ή πολιτικά οφέλη και να βλάψουν κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή έναν οργανισμό.

Πολύ συχνά, δε, προβάλλοντας δυσνόητους και εντυπωσιακούς τίτλους, να αυξήσουν την αναγνωσιμότητα κάποιων εντύπων ή τα κλικ κάποιων site για διαφημιστικά έσοδα. Κι όλα αυτά με γνώμονα ότι το ευρύ κοινό πιστεύει πιο εύκολα ειδήσεις και γεγονότα που βρίσκονται κοντά στις δικές του αντιλήψεις, ώστε να τα μοιράζεται με ευκολία στον κύκλο του.

Κι εδώ μπαίνει ο προβληματισμός. Είναι γεγονός ότι ένας κεντρικός έλεγχος εγκυρότητας κάθε είδησης δεν μπορεί να είναι επαρκής, στη λογική ότι ένας τέτοιος έλεγχος είναι πολύ πιο δύσκολος από τη δημιουργία μιας ψεύτικης είδησης.

Επίσης, γεγονός αποτελεί ότι μια διάψευση δε γίνεται σχεδόν ποτέ τόσο γνωστή όσο η ίδια η είδηση. Εμείς, όμως, τι μπορούμε να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο; Γιατί η κλισέ έκφραση που χρησιμοποιούμε συνήθως «το διάβασα στο ίντερνετ», εκτός του ότι αντικειμενικά προσδίδει επιπολαιότητα, δεν είναι πλέον ικανή να υπερασπίσει κανένα γεγονός ή άποψη που προβάλουμε.

Οφείλουμε, λοιπόν, να ελέγχουμε και να συγκρίνουμε την κάθε πηγή πληροφόρησής μας πριν καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που δεχόμαστε παθητικά κάποιες πληροφορίες και μοιραζόμαστε ανεξέλεγκτα αναρτήσεις, εικόνες ή βίντεο, πέραν του ότι εκθέτουμε σε αμφιβολία την αξιοπιστία μας, προσθέτουμε παράλληλα κι ένα λιθαράκι στον πύργο της παγκόσμιας παραπληροφόρησης.

Τα ερωτήματα, εξάλλου, είναι απλά, τουλάχιστον για αρχή. Πού δημοσιεύτηκε και ποιος το δημοσίευσε; Είναι η πηγή αξιόπιστη; Για ποιο λόγο δημοσιεύτηκε; Πώς αναπαράχθηκε; Από αξιόπιστα site κι έντυπα ή μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα;