Έμεινε στην ιστορία ως «ο καλός μας άνθρωπος» και ως ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ηθοποιούς στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου. Ένας τύπος της βιοπάλης, με αριστερές πεποιθήσεις που του στοίχισαν, τεράστια καρδιά και αστείρευτο ταλέντο, που έγινε ηθοποιός από σπόντα, εξαιτίας της κοινής παρουσίας του με τον Νίκο Κούνδουρο στη Μακρόνησο.

Χαρισματικός όσο ελάχιστοι αυτοδημιούργητοι, μάς «λύγισε» με τους κωμικούς του ρόλους, αλλά συγχρόνως μας καθήλωσε με τις ερμηνείες του και σε δραματικές ταινίες, όπως ο «Δράκος» (1956) και «Ο Θανάσης στη χώρα της Σφαλιάρας» (1976). Το «Ήξερες Ότι» αυτού του μήνα αφιερώνεται χωρίς δεύτερη σκέψη στον Θανάση Βέγγο που έφυγε από τη ζωή στις αρχές Μαΐου του 2011.

-Το πραγματικό του επίθετο ήταν «Βέγκος», αλλά το άλλαξε σε «Βέγγος» όταν έγινε ηθοποιός, γιατί φαινόταν καλύτερα στο μάτι.

– Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού και ήρωας της Αντίστασης. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από την εργασία του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων, με αποτέλεσμα ο μαθητής ακόμη, Θανάσης, να καταπιάνεται με διάφορες δουλειές για να βοηθήσει οικονομικά την πολύ φτωχή του οικογένεια. Μια από τις κύριες ασχολίες του ήταν η επεξεργασία δερμάτων.

– Πρωταγωνίστησε – συμμετείχε σε 122 ταινίες από το 1954 έως το 2009. Ηθοποιός, όμως, έγινε από συγκυρίες και χάρη στη γνωριμία του με τον Νίκο Κούνδουρο.

– Ο Κούνδουρος έχει περιγράψει με πολύ συγκινητικό τρόπο το πώς γνώρισε τον Βέγγο. Ως γόνος μεγάλης οικογένειας, είχε το προνόμιο από τους βασανιστές στη Μακρόνησο να ζητήσει μια χάρη. Ζήτησε να μείνει μόνος στο βουνό «για να μην τους βλέπω και με βλέπουν» και, προς έκπληξή του, το αίτημά του έγινε αποδεκτό. «Την πρώτη μέρα ένας γρήγορος, αεράτος τύπος εμφανίζεται κρατώντας κάτι πασσάλους στα χέρια του και δυο τρία κομμάτια ύφασμα. Δεν μου μιλά, δεν του μιλάω και σε ελάχιστα λεπτά με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις στήνει ένα αντίσκηνο! Το δικό μου αντίσκηνο!

“Τι κάνεις;”, τον ρωτάω. “Θα πεθάνεις εδώ πάνω”, απάντησε σοβαρός και συνέχισε τη δουλειά. Για όλες τις επόμενες μέρες, για όσο καιρό έζησα σαν αγρίμι, εξόριστος μεσ’ στην εξορία, ο ίδιος τύπος πηγαινοερχόταν κάθε μέρα διανύοντας μια τεράστια απόσταση από το στρατόπεδο ίσαμε το βουνό με τα πόδια, μόνο και μόνο για να μου φέρνει φαγητό να τρώω να μην πεθάνω. Ήταν ο Θανάσης Βέγγος».

– Ο Βέγγος ήταν αυτός που βοήθησε τον Κούνδουρο να στήσει τρία θέατρα στη Μακρόνησο για την «ιδεολογική αναμόρφωση» των κρατουμένων (1947-1950) και κάπως έτσι άρχισε να παίζει στα έργα του. Πολύ γρήγορα έγινε ο αγαπημένος όλου του τάγματος και ο άνθρωπος που τους έκανε να ξεχνούν τις δυσκολίες. Κάπως έτσι, από συγκυρίες, ξεκίνησε μια μεγάλη καριέρα με κινηματογραφικό ντεμπούτο στη «Μαγική πόλη» (1954), που ήταν η πρώτη ταινία του καλού του φίλου, Νίκου Κούνδουρου.

-Ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν στην κωμωδία του Στέλιου Τατασόπουλου, «Τα ντερβισόπαιδα» που έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 29 Φεβρουαρίου του 1960.

– Είναι ο μόνος Έλληνας ηθοποιός που έχει βραβευτεί επί τρεις συνεχόμενες χρονιές στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το Α΄ βραβείο ανδρικού ρόλου. 1971: Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση, 1972: Θανάση πάρε το όπλο σου, 1973: Ο τσαρλατάνος.

– Ο Βέγγος κατέχει ένα σπάνιο ρεκόρ στον ελληνικό κινηματογράφο, καθώς είναι ο μόνος ηθοποιός του οποίου το μικρό του όνομα (Θανάσης) ήταν στους τίτλους εννέα ταινιών ενώ το επώνυμό του (Βέγγος) σε επτά.

– Τη δεκαετία του 1970, μαζί με τον Νίκο Κούρκουλο και τον Κώστα Βουτσά ήταν ένας από τους πιο κερδοφόρους ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου.

– Βέγγος και Χατζηχρήστος έσπασαν ταμεία το 1959 με τον «Ηλία του 16ου» του Σακελλάριου. Αυτή, όμως, ήταν η πρώτη και τελευταία μεταξύ τους συνεργασία καθώς ο «καλός μας άνθρωπος» δεν συγχώρεσε ποτέ στον Χατζηχρήστο τα χαστούκια που του έριξε στην ταινία. Ο Βέγγος δεν είχε ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί και ότι ο συνάδελφός του θα τον χτυπούσε κανονικά κατά τη διάρκεια του γυρίσματος…

– Νυμφεύθηκε την Ασημίνα Βέγγου και μαζί απέκτησαν δύο γιους, τον Βασίλη και τον Χάρη, καθώς και δύο εγγονάκια, τη Νίκη και τον Θανασάκη, τα οποία λάτρευε όσο τίποτε άλλο.

– Πέθανε στις 3 Μαΐου του 2011, μετά από πεντάμηνη νοσηλεία λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου.