του Στέλιου Πλακίτση

Ο κ. Στέλιος Πλακίτσης είναι ζωντανή ιστορία για τον Μαραθώνα. Με το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του, οι ιστορίες του μάς ταξιδεύουν στο παρελθόν.


Μετά από τριάμισι χρόνια κατοχικής τυραννίας στην Ελλάδα μας ο συννεφιασμένος ουρανός έγινε καταγάλανος. 12 Οκτωβρίου αποχωρούν οι τύραννοι και στον βράχο της Ακροπόλεως ξανακυματίζει η κυανόλευκη με φωτισμένη πανηγυρικά την Αθήνα.

Στις αρχές και στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1944, στο Κάιρο, έχει σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την προεδρία του Γεωργίου Παπανδρέου, ως επικεφαλής 18μελούς κυβέρνησης στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των προπολεμικών πολιτικών κομμάτων, ακόμα και του ΚΚΕ που επί ημερών της κυβέρνησης Μεταξά είχε τεθεί εκτός νόμου.

Η άφιξη αυτού του πολιτικού κλιμακίου φθάνει πανηγυρικά στην Αθήνα κι εγκαθίσταται στα παλαιά ανάκτορα, έδρα της σημερινής Βουλής των Ελλήνων. Οι πολιτικές αντιθέσεις και η μεσολάβηση των Συμμάχων έφεραν μεγαλύτερο ρήγμα στην κυβέρνηση. Αρχές Δεκεμβρίου, όταν η κυβέρνηση ετοιμαζόταν να γιορτάσει την Αγ. Βαρβάρα, προστάτιδα του Πυροβολικού Σώματος του Στρατού και τον Αγ. Νικόλαο, προστάτη του Βασιλικού Ναυτικού, άρχισαν οι εχθροπραξίες για έναν μήνα από τις συγκροτημένες δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας με τις αριστερές δυνάμεις.

Οι μάχες και ο Τσόρτσιλ

Η Ηρωική Ταξιαρχία του Ρίμινι με 2,5 χιλιάδες άντρες είναι έτοιμη να αντισταθεί σε κάθε ενέργεια των αριστερών δυνάμεων. Η Ταξιαρχία είναι πλαισιωμένη από το Σύνταγμα Μακρυγιάννη. Αστυνομία Πόλεων, Χωροφυλακή και Πυροσβεστικό Σώμα, με δύναμη πλέον των είκοσι χιλιάδων ανδρών, είναι έτοιμοι σε ενέργεια κατά των αριστερών δυνάμεων, όπου και η μεριά αυτή είναι συγκροτημένη με 15 χιλιάδες άνδρες.

Η υποστήριξη των Συμμάχων, το δυναμικό τους, το υλικό τους, τα τανκ και τα κανόνια ενισχύουν το δυναμικό της εξέγερσης και την 3η Δεκεμβρίου άρχισε η επίθεση, μετά το Συλλαλητήριο των αριστερών δυνάμεων με καμιά τριανταριά νεκρούς από το πυρ της αστυνομίας. Οι μάχες γενικεύονται με αμφότερες τις δυνάμεις. Ο Τσόρτσιλ δίνει εντολές στον εδώ Στρατηγό Σκόμπι να είναι επιθετικός κι αποτελεσματικός, με αποκορύφωμα να αφιχθεί ο ίδιος στην Αθήνα, φορώντας στολή αντιστράτηγου και καπνίζοντας το πούρο. Έφτασε στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετάνιας» την ημέρα των Αιματοβαμμένων Χριστουγέννων, εκεί, στο κέντρο της επιχείρησης και του κινήματος και της εμφύλιας καταστροφής.

Ιστορικοί, ιστοριογράφοι, πολιτικοί αναλυτές έχουν καταγράψει με τα μελανότερα γράμματα αυτό το ιστορικό Αθηναϊκό Κίνημα κι έχουν αναλύσει με οποιονδήποτε αντικειμενικό τρόπο αυτή την καταστροφική σύρραξη με χιλιάδες νεκρούς και υλικές ζημιές. Εγώ δεν έχω το ανάστημα να σκιαγραφήσω με τις μικρές μου γνώσεις τα αίτια και τους υπαίτιους… Απλώς κάνω μια καταγραφή τα όσα θυμάμαι, διαβάζοντας τότε τις εφημερίδες «Εμπρός» και «Ασύρματος» που αγόραζε ο παππούς μου για τους πελάτες του καφενείου, όποτε περιστασιακά αυτές έφταναν στον Μαραθώνα από την αιματοκυλισμένη Αθήνα της καταστροφής και του μίσους.

Ανταρτοκρατούμενος την εποχή των Δεκεμβριανών ο Μαραθώνας

Το κέντρο της καταστροφής είναι η Αθήνα κι οι συνοικίες της. Η ύπαιθρος της Αττικής είναι ανταρτοκρατούμενη, μαζί κι ο Μαραθώνας. Στην παλαιά αστυνομία έχουν εγκατασταθεί άγνωστοι άνδρες που αποτελούν την δύναμη της εδώ «Πολιτοφυλακής». Επικεφαλής είναι ο Καπετάν Αστέρης, ο Καπετάν Κεραυνός, ένας κοκκινομάλλης Αρβανίτης, ένας άλλος ο Καπετάν Σαράντης κι ο Καπετάν Μελέτης Βασιλείου, με καταγωγή από ένα αρβανιτοχώρι της Δυτικής Αττικής κι άλλοι πάρα πολλοί, άγνωστοι για το κοινό του Μαραθώνα.

Πώς τους θυμάμαι αυτούς με τα ονόματά τους;… Περνούσαν εναλλακτικά από το καφενείο του παππού μου, παρά τις στερήσεις που είχαμε λόγω του αποκλεισμού από την Αθήνα. Για καφέ ο παππούς μου καβούρντιζε ρεβίθια και κριθάρι, τα οποίο άλεθε στον ατομικό μπακιρένιο μύλο και σερβίριζε τσάι του βουνού ή φασκόμηλο και λίγο τσίπουρο, που μόνος του είχε ετοιμάσει από τη μουστιά που πέρασε. Υπήρχε μεγάλη έλλειψη σε τσιγάρα. Οι πρόσφυγες διέθεταν καπνό από τα καπνοχώραφα που είχαν εδώ στο χωριό και «φίλευαν» τους πάντες τα λίγα τσιγαρόχαρτα που είχαν ορισμένοι, γιατί είχαν εξαντληθεί από πολύ νωρίς. Ορισμένοι «θεριακλήδες» έφτιαχναν καπνό σε χαρτί εφημερίδας για ένα αυτοσχέδιο τσιγάρο κι άλλοι είχαν κατασκευάσει αυτοσχέδια «τσιμπούκια» από κλαρί βυσσινιάς και καλάμι.

Χειμώνας, Χριστούγεννα και κάλαντα

Ο χειμώνας είναι βαρύς και χιονισμένος. Ευτυχώς, ο κόσμος δεν υποφέρει από πείνα, υποφέρει από ανασφάλεια και τούτο διότι στη δύναμη του εδώ «Φρουραρχείου», όπως έλεγαν την παλαιά αστυνομία, έχουν ενταχθεί ντόπιοι εγκάθετοι «ρουφιανοχαφιέδες» που το έπαιζαν «λιοντάρια», αφού οι συνθήκες της καθημερινότητας τους οδηγούν σε πράξεις ρεβανσισμού και εκδίκησης.

Παραμονή των Χριστουγέννων το χωριό είναι κάτασπρο από τη βραδινή χιονοθύελλα. Μέσα στη βαρυχειμωνιά, από νωρίς το πρωί ακούστηκαν παιδικές φωνές με τα πατροπαράδοτα κάλαντα, αψηφώντας την παγωμένη ημέρα. Όλοι εμείς οι μικροί της γενιάς μας και της εποχής μας και πριν βγει το «Άστρο της Βηθλέεμ». Βγήκε από το πρωί, με το χάραγμα, ο αστραφτερός «ήλιος με τα κέρατα», που λέει ο λαός. Έτσι κι εγώ, μαζί με τον παιδικό μου φίλο τον Νότη τον «Κουνέλα» ζευγάρωσα για πάμε παρέα να πούμε τα κάλαντα.

Τα πεντάδραχμα και οι δραχμές ήταν χάρτινα νομίσματα, όπου μόλις είχαν κυκλοφορήσει από το πρόσφατο απελευθερωμένο κράτος. Ολημερίς εμείς, μη γνωρίζοντας το μέγεθος της μεγάλης καταστροφής που γίνεται στην πατρίδα μας, με τις αθώες ψυχές μας περπατούσαμε στους λασπωμένους δρόμους να δώσουμε λίγη χαρά στα αγέλαστα πρόσωπα των γυναικών που επισκεπτόμασταν. «Θεία, να τα πούμε;» Εάν μας γνώριζαν, αμέσως μας έλεγαν «πέσ’ τε τα». Η τοπική μας κοινωνία ήταν μικρή και όλοι μάς γνώριζαν. Εάν δεν μας γνώριζαν, μας ρωτούσαν ποιανού παιδιά είμαστε κι ανάλογα από τις οικογενειακές, συγγενικές ή φιλικές σχέσεις, ήταν θετική η απάντηση. Η ανταμοιβή ήταν ένα πορτοκάλι ή ένα «φοινίκι», το μελομακάρονο που λένε σήμερα, φτιαγμένο με λάδι και πετιμέζι, διότι η ζάχαρη ήταν σπάνιο είδος την εποχή εκείνη. Ήταν προϊόν που άνηκε στα αποικιακά προϊόντα.

Στο μεταξύ είχαμε εντολή από τους δικούς μας να μη φάμε τίποτα, μόνο ξερό ψωμί, διότι την επόμενη μέρα, γιορτή της γεννήσεως του Κυρίου ημών, Ιησού Χριστού, θα έπρεπε να μεταλάβουμε. Έτσι, πριν «σουρπώσει» γυρίσαμε στα σπίτια μας πεινασμένοι, ταλαιπωρημένοι και με βρεγμένα παπούτσια και κάλτσες, αφού όλοι οι δρόμοι ήταν λασπωμένοι και χιονισμένοι.

Ο Καπετάν-Μελέτης

Η μάνα είχε βάλει νερό στο «καζάνι» και είχε έτοιμη την σκάφη για το απαραίτητο μπάνιο, αφού το πρωί, πριν ξημερώσει, έπρεπε να πάμε στην καθιερωμένη γιορτή των Χριστουγέννων και στο τέλος να μεταλάβουμε τη θεία Κοινωνία. Έτσι, μετά απ’ αυτή τη διαδικασία, καθίσαμε μπροστά στο τζάκι για ζεστασιά με ένα ζεστό βουνίσιο τσάι και με ζυμωτό ψωμί για βραδινό.

Εκεί μου δόθηκε η ευκαιρία, κάτω από ένα τραπέζι μπροστά από το τζάκι, να μετρήσω το μερτικό μου που εισέπραξα όλη την ημέρα με τον φίλο από τα κάλαντα. Ο παππούς μου κάθεται δίπλα στο τζάκι «παίζοντας» το κεχριμπαρένιο του κομπολόι, με τις πορτοκαλιές τις χάντρες, αμίλητος λόγω των καταστάσεων. Την ηρεμία του και την ανησυχία του για αυτές τις δύσκολες ημέρες που περνούσαμε, «χάλασε» ένα ξαφνικό και παράξενο χτύπημα της πόρτας από έναν παράξενο επισκέπτη. Ήταν ένας άγνωστος, μελαμψός, 35άρης άντρας που ζήτησε να δει τον πατριό μου, ο οποίος ήταν στο διπλανό δωμάτιο. Εγώ, σαν παιδί μικρό, δε γνώριζα τίποτα. Ήταν ένας από τους πρωτοκλασάτους του «Φρουραρχείου», όπως έλεγαν τη δύναμη των ανταρτών που δρούσε στον Μαραθώνα.

Είχε ζητήσει από τον πατριό μου, που είχαν προπολεμική γνωριμία όταν αυτός υπηρετούσε ως τελωνιακός στο μικρό παραλιακό χωριουδάκι της Ευβοίας, τα Νέα Στύρα, απ’ όπου καταγόταν και ο πατριός μου, να φάει ένα ζεστό πιάτο φαΐ, διότι είχε βαρεθεί την ξεροφαγιά λόγω καταστάσεων. Η μάνα, λόγω της Παραμονής των Χριστουγέννων, είχε ετοιμάσει μια κοτόσουπα που θα τρώγαμε το πρωί, όταν θα γυρνούσαμε από τη λειτουργία της γέννησης του Χριστού και ύστερα από μια διαρκή νηστεία. Το φαγητό ενθουσίασε τον Καπετάνιο.
Μέχρι να ετοιμαστεί αυτό το βραδινό, ο Καπετάν Μελέτης ασχολήθηκε μαζί μου.
– Πώς σε λένε;
– Στέλιο.
– Πας σχολείο;
– Ναι.
– Σε ποια τάξη;
– Στην Τρίτη Δημοτικού.
– Ξέρεις να μετράς;
– Ξέρω.

Κι άρχισα από το 1 έως το 100, μετρώντας λίρες χρυσές που είχε στις βαθιές τσέπες της πολυτελέστατης αγγλικής χλαίνης που φορούσε. «Μία, δύο, τρεις… …εκατό». Παρεμβαίνει και με ρωτάει:
– Ξέρεις αφαίρεση;
– Ξέρω.
– Τώρα θα μου δίνεις εσύ τις λίρες και θα κατεβαίνεις από το 100 μέχρι το μηδέν.

Ωστόσο η μάνα μου, που πήγαινε κι ερχότανε να ετοιμάσει στον Καπετάνιο το φαγητό που είχε προγραμματιστεί, άκουγε όλη τη συναλλαγή που κάναμε εμείς, όπου παρενέβη και μου είπε «Στέλιο, πες τα κάλαντα στον Καπετάνιο, που σήμερα είναι η παραμονή του Χριστού». Χωρίς χρονοτριβή άρχισα «Χριστούγεννα Πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου…», όπου από τον Καπετάνιο εισέπραξα ένα «μπράβο» και μια χούφτα χρυσές λίρες που ήταν τα πιο «ακριβωμένα» κάλαντα της παιδικής μου ηλικίας. Έτσι αποχώρησα να πάω να κοιμηθώ, διότι το πρωί έπρεπε να πάω στην εκκλησία για να ντυθώ παπαδάκι μαζί με τον παιδικό μου φίλο τον «Κουνέλα».

Μαύρα Χριστούγεννα

Την επόμενη μέρα, ημέρα των Χριστουγέννων, κρυφάκουγα συνομιλίες της μάνας μου και του πατριού ότι τα πράγματα σήμερα είναι πολύ δύσκολα, όπως του εμπιστεύθηκε ο Καπετάν Μελέτης. Πράγματι, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι εκείνη την εποχή είδα μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων από το μπαλκόνι του σπιτιού μου που βάδιζαν πεζή στον δρόμο προς Γραμματικό, οι οποίοι ήταν Μαραθωνίτες που είχαν συλληφθεί ως όμηροι και τους οδηγούσαν προς άγνωστο μέρος τρεις οπλισμένοι αντάρτες, έφιπποι. Οι συλληφθέντες Μαραθωνίτες είχαν υποδειχθεί από ντόπιους «ρουφιανοχαφιέδες» που είχαν ενταχθεί στο «Φρουραρχείο» Στρατηγείο των ανταρτών στον Μαραθώνα, που το διοικούσε ο Καπετάν Αστέρης Γούσης από τη Λαμία. Θα αναφερθώ στο όνομα όσων έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου από τις μετέπειτα συζητήσεις. Ολόκληρη η οικογένεια του μπάρμπα-Σαράντη Τσιμήνη, μαζί με τη γυναίκα του, τις δύο κόρες του και τους δύο γιους του. Λένε ότι κάποιος εγκάθετος είχε κτηματικές διαφορές μαζί τους και τους «κάρφωσε», οπότε και συνελήφθησαν.

Οι αδερφοί Δημήτρης και Νικόλαος Κοροβέσης, Παύλος Ράφτης, Γιώργος Ι. Πέτσας, Νικ. Σπ. Ζαγάρης, Γεώργιος Μπαϊρακτάρης, Μίμης Μπαϊρακτάρης, Κωνσταντίνος Λάμπρος, Δημ. Κυριακός (Τουλούμας), Δημ. Γ. Μίχας, οι αδερφοί Χρήστος, Κωνσταντίνος και Θεμιστοκλής Καλέμης, Δημ. Βασ. Παππάς, Αντώνιος Αθ. Χρυσίνας, Αθανάσιος Σιδ. Πέτσας, Ιωάννης Νικ. Κάκαρης, Μιλτιάδης Αλ. Παπαστάμος, Κωνσταντίνος Βασ. Παππάς (Ντίνος), Μίμης Αθ. Χρυσίνας (Δάσκαλος) κι άλλοι πολλοί που συμπλήρωναν τον αριθμό 65 και όλοι αείμνηστοι.
Η βραδιά των Χριστουγέννων ήταν μια εφιαλτική και δύσκολη νύχτα. Την άλλη μέρα το πρωί ο καθένας από τους συλληφθέντες, έχοντας μόνο ένα χράμι ή μια κουβέρτα, αναχώρησε πεζός προς το Γραμματικό κι από εκεί σε άγνωστο προορισμό, χωρίς να ξέρουν το τέλος τους. Περπάτησαν όλη την ημέρα, με αντίξοες συνθήκες, μέσα στη βαρυχειμωνιά, την απελπισία και την πείνα. Τερματικός σταθμός, ύστερα από 50 ημέρες, η Λάρισα. Εκεί, και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τους παρέλαβε ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, όπου τους περιέθαλψε και τους επέστρεψε και πάλι στο χωριό και στις οικογένειές τους.

Προφανώς, ο προορισμός ήταν οι ανατολικές χώρες (Σιδηρούν Παραπέτασμα), για να υπάρχει ανταλλάξιμος πληθυσμός. «Οι δώθε κι οι κείθε». Όλοι Έλληνες. Όλα αυτά κι άλλα μου τα έχει διηγηθεί ο αείμνηστος πεθερός μου, Δημήτριος Κοροβέσης, τα Χριστούγεννα του 1961, με όλες τις τραγικές λεπτομέρειες που μαζί με τον αδερφό του, Νικόλαο Κοροβέση, είχαν μοιραστεί το δράμα τους με τους υπόλοιπους 63 Μαραθωνίτες.

Θεωρώ απαραίτητο να υπογραμμίσω ότι ο Καπετάν Μελέτης, στον οποίο αναφέρομαι στο κείμενό μου, ήταν όργανο της Ιντέλιτζενς Σέρβις. Γι’ αυτό άλλωστε οι τσέπες της αγγλικής χλαίνης ήταν γεμάτη λίρες χρυσές, αγγλικής προέλευσης.

Η Συμφωνία της Βάρκιζας

Στην Αθήνα το πολιτικό σκηνικό αλλάζει, ύστερα από την παραίτηση του Γεώργιου Παπανδρέου. Πρωθυπουργός ορκίζεται ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, ο «Μαύρος Καβαλάρης», όπως τον αποκαλούσαν οι αντίπαλοι. Οι εχθροπραξίες συνεχίζονται, αλλά η νέα κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να θέσει τέλος στο μεγάλο αυτό μακελειό που έχει διαρκέσει ακριβώς έναν μήνα και να προχωρήσει στη σταθερότητα στην προγραμματισμένη ήδη σύσκεψη και στη Συμφωνία της Βάρκιζας, που έμεινε στην Ιστορία.

Μετά από έναν μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων της νέας κυβέρνησης, άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συμφωνίας στη βίλα του πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα, εξ ου και ο ομώνυμος τίτλος.

Η Συμφωνία προέβλεπε αφοπλισμό των αριστερών δυνάμεων και κατάπαυση του πυρός που είχε ως αποτέλεσμα έναν θλιβερό απολογισμό περίπου 7.000 νεκρών. Θύματα 230 Άγγλοι, 3,5 χιλιάδες κυβερνητικοί, 3 χιλιάδες ΕΑΜικοί και απροσδιόριστος αριθμός ανώνυμων πολιτών.

Έπειτα από διαβουλεύσεις 10 ημερών, η Συμφωνία της Βάρκιζας υπεγράφη στις 12 Φεβρουαρίου του 1945. Το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις δεν έδειχνε να γεφυρώνεται εύκολα και σύντομα. Η Συμφωνία της Βάρκιζας αποτέλεσε γράμμα κενό, οι εκατέρωθεν παραβιάσεις των όρων της οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα τού «Συμμοριτοπόλεμου», όπως καταγράφηκε στην Ιστορία, ο οποίος άρχισε στις 30 Μαρτίου του 1946 και τελείωσε στις 29 Αυγούστου του 1949, με χιλιάδες θύματα και υλικές καταστροφές.