του Στέλιου Πλακίτση

Ο κ. Στέλιος Πλακίτσης είναι ζωντανή ιστορία για τον Μαραθώνα. Με το πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του, οι ιστορίες του μάς ταξιδεύουν στο παρελθόν.


Είναι χειμώνας του 1947, Γενάρης μήνας και η πατρίδα μας δεν έχει συνέλθει ακόμη από τη γερμανική κατοχή. Είχαμε συνέχεια, με τα «Δεκεμβριανά» της Αθήνας το 1944 και μετά με τον Εμφύλιο σπαραγμό, τον Ανταρτοπόλεμο ή Συμμοριτοπόλεμο όπως μας τους έλεγαν τότε, που άρχισε στις 30 Μαρτίου του 1946.

Μάχες εμφύλιες μαίνονται στη Δυτική Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στη Στερεά Ελλάδα, χωρίς να καταγράφονται νικητές και ηττημένοι. Αυτή η δεκαετία που ξεκίνησε στις 28 Οκτώβρη του ’40 και τελείωσε στις 29 Αυγούστου του ’49 ήταν η χειρότερη περίοδος της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Πολλά κακά άφησε αυτή η φοβερή δεκαετία. Άλλαξε την καθημερινότητα και τη ζωή των ανθρώπων…

Το ναυαγισμένο βαπόρι «Χειμάρρα»

Οι νάρκες

Μέσα στις πολλές καταστροφές ήταν και το οδικό δίκτυο της Ελλάδος που είχε καταστραφεί και ήταν εντελώς ανύπαρκτο για την κυκλοφορία αφενός, και αφετέρου οι υπήρχαν ακόμα παγίδες με νάρκες που έβαζαν… και χάνονταν ανυποψίαστοι πολίτες από αυτήν την ύπουλη ενέργεια.

Έτσι, η κυκλοφορία από Αθήνα και επάνω επιτρεπόταν μέχρι τη Θήβα, μέσω Κάζας-Κριεκουκίου. Για να υπάρχει επικοινωνία με τη Βόρεια Ελλάδα αποφασίστηκε να ξεκινήσει θαλάσσι συγκοινωνία δια ακτοπλοϊκών σκαφών, αφού προηγουμένως το Ναρκαλιευτικό Σώμα τού τότε Βασιλικού Ναυτικού χτένιζε όλο το Αιγαίο για το ύπουλο όπλο, τη νάρκη. Τα πλοία κάλυπταν την απόσταση από Θεσσαλονίκη μέχρι Πειραιά σε περίπου 24 ώρες.
Κι ενώ ο χειμώνας μαίνεται μανιωδώς, πρωί-πρωί στις 18 Γενάρη του ’47, ημέρα της μνήμης του Αγίου Αθανασίου, στις 08:30 το πρωί το πλοίο «Χειμάρρα» σηκώνει άγκυρα από τη λιμάνι της Θεσσαλονίκης για να αποπλεύσει με προορισμό τον Πειραιά. Στο πλοίο επιβαίνουν 544 πολίτες και πλήρωμα 86 ανδρών.

Η πρόσκρουση

Το πλοίο «Χέρτα» είχε παραχωρηθεί από τη Γερμανία στο ελληνικό Δημόσιο ως πολεμική επανόρθωση και μετονομάσθηκε σε «Χειμάρρα», ίσως προς τιμήν της ομώνυμης πόλεως στη Βόρεια Ήπειρο, εκεί όπου οι Έλληνες κατά τον αλβανικό πόλεμο σημείωσαν την πρώτη νικηφόρα μάχη και εγκατέστησαν την έδρα της 8ης Μεραρχίας.

Πέρασαν 73 γεμάτα χρόνια. Τότε ήμουν μαθητής της Ε΄ τάξης του Δημοτικού Σχολείου και ο αείμνηστος παππούς μου με έστελνε στην «Περικλίνα» και του αγόραζα την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» για να μαθαίνουμε τα νέα. Διάβαζε, λοιπόν, το ρεπορτάζ στην πρώτη σελίδα ότι το πλοίο αναχώρησε στις 8μιση το πρωί και έβαλε ρότα για Πειραιά, διασχίζοντας το Αιγαίο Πέλαγος. Όταν πέρασε τις Σποράδες, η εντολή του καπετάνιου Σπύρου Μπιλίνη ήταν να περάσει από τον πορθμό του Ευρίπου, δηλαδή από τη Χαλκίδα, εφόσον τα νερά το οδηγούσαν, για να βγει στις ακτές της Αττικής και της Εύβοιας. Είναι μετά τα μεσάνυχτα της 19ης Γενάρη. Επικρατούν άσχημες καιρικές συνθήκες τη βραδιά εκείνη, με πολύ πυκνή ομίχλη, με αποτέλεσμα στις 4:10 το πρωί, το πλοίο να προσκρούει στις βραχονησίδες «Βερδούσια», μεταξύ Στύρων και Στουρονησίου και το ακρωτήριο της «Κυνόσουρας», το «Στόμι» όπως το λέμε εδώ στον Μαραθώνα.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» για το ναυάγιο

Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και προκάλεσε εισροή υδάτων δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στο πηδάλιο, με αποτέλεσμα το πλοίο να μείνει ακυβέρνητο. Επακολούθησε πανικός, διότι το πλήρωμα δεν φρόντισε να διατηρήσει την τάξη κατά τη διάρκεια της εγκατάλειψης του πλοίου.

Η απόσταση από το ναυάγιο μέχρι τις ακτές του Μαραθώνα ήταν λιγότερο από ένα ναυτικό μίλι, δηλαδή περίπου 1.500 μέτρα, αλλά λόγω του σκότους, της έντονης θαλασσοταραχής και της πυκνής ομίχλης, δεν έπαιρνες «στίγμα» ξηράς.

Η βύθιση και οι διασωθέντες

Το «Χειμάρρα» βυθίστηκε μιάμιση ώρα μετά την πρόσκρουση, με τα θαλάσσια ρεύματα που καταλήγουν στο Κάβο Ντόρο να παίρνουν μαζί τους 383 ψυχές ανυποψίαστων ανθρώπων που ξύπνησαν ταραγμένοι από τον κρότο της σφοδρής πρόσκρουσης. Ο βυθός πήρε μαζί του πολλά γυναικόπαιδα, μεγάλο αριθμό πολιτικών κρατουμένων, χωροφύλακες συνοδούς και μέλη του πληρώματος. Σώθηκαν 161 άτομα τα οποία ήταν θαρραλέοι και δεινοί κολυμβητές που κατάφεραν να βγουν, οι πιο πολλοί, στο λιμάνι της Ραφήνας.

Το πολύνεκρο αυτό ναυάγιο το παρομοίασαν οι τότε εφημερίδες ως τον Τιτανικό της ελληνικής ακτοπλοΐας. Εν συνεχεία γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Επακολούθησε δίκη για τους έχοντες ευθύνη. Ο Β’ Καπετάνιος Μπερτόλης, ο οποίος ήταν βάρδια την ώρα του ναυαγίου καταδικάστηκε σε 20 μήνες φυλάκιση. Ο δε πλοίαρχος Μπιλίνης σε 15 μήνες φυλάκιση.

Όπως, όμως, ήδη ανέφερα, το πλοίο το εκμεταλλευόταν το ελληνικό Δημόσιο, αφού είχε δοθεί από τη γερμανική πολιτεία ως πολεμική επανόρθωση κι έτσι το ελληνικό Κράτος εισέπραξε ως αποζημίωση το ποσό των 70.000 χάρτινων λιρών Αγγλίας. Ο δε πλοίαρχος Μπιλίνης, μετά το ναυάγιο έγινε πλοιοκτήτης και ίδρυσε τη «Λακωνική Ακτοπλοΐα».

Ναυαγοί φθάνουν στο λιμάνι της Ραφήνας. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού δίνουν χέρι βοηθείας στους διασωθέντες ναυαγούς. Μεταξύ πολλών ήταν ο Δαμιανός Κεχαγιόγλου, πατέρας του πρώην Δημάρχου Ραφήνας, οι Ρεμπαπίδες, ο Νικ. Γάνιαρης, ο Πιτσικός και τόσοι άλλοι.

Νεκρός

Τώρα θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό, σύμφωνα με τη δική μου θύμηση, διότι ήμουν 11 χρονών παιδί… Ήταν 30 Γενάρη το ίδιου έτους και δεν είχαμε σχολείο, διότι ήταν των Τριών Ιεραρχών που είναι σχολική γιορτή. Ο πατριός μου, Γεώργιος Σφαρνάς, με πήρε να πάμε στον Σχινιά στη στάνη του Χρήστου Αλεξανδρή για να σφάξει αρνιά, αφού ασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη. Ολημερίς με άλλους χασάπηδες έσφαζαν αρνιά. Τελείωσαν το μεσημέρι και ήρθε η ώρα να γευτούν το πατροπαράδοτο «γάστρο», όπως συνήθιζαν τότε οι τσελιγκάδες, αφού φιλοξενούσαν στα μαντριά τους τους «μουσαφιραίους».

Ενώ το φαγοπότι συνεχιζόταν, εγώ ξεκίνησα να πάω προς την ακτή του Σχινιά. Μόλις έφθασα εκεί, είδα κάτι στη γαλήνια θάλασσα, κάτι που επέπλεε και μου φάνηκε σαν φουσκωμένο τσουβάλι. Είχα επιστήσει την προσοχή μου σε αυτό το αλλόκοτο πράγμα, που όσο ερχόταν προς τη στεριά διαπίστωνα ότι ήταν άνθρωπος και διέκρινα έκπληκτος το κεφάλι του. Συγκλονίστηκα, ταράχθηκα, φοβήθηκα από την παιδική μου ηλικία και, τρέχοντας φοβισμένος προς τη στάνη, φώναζα έντονα στους ανυποψίαστους ανθρώπους αυτά που είχα δει πριν λίγο.

Τότε, τους οδήγησα όλους μαζί στο σημείο. Αυτοί αμίλητοι και έκπληκτοι μονολογούσαν ότι είναι θύμα του μοιραίου ναυαγίου που είχε συμβεί εκεί κοντά πριν από περίπου δύο εβδομάδες. Αμέσως φύγαμε προς Μαραθώνα και αναφέραμε το γεγονός στον Σταθμό Χωροφυλακής Μαραθώνος, όπου ο τότε Διοικητής του Σταθμού, Ανθυπασπιστής Σωκράτης Τζοβίλης, έπραξε τα δέοντα για την παραλαβή του πτώματος για τα περαιτέρω.

Μετά από πολλά χρόνια, ομάδα δυτών με επικεφαλής τον Κώστα Θωκταρίδη πραγματοποίησε έρευνα στον χώρο του ναυαγίου και ανέσυρε πολλά πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία εκτέθηκαν στις αίθουσες του Ζαππείου, μαζί με κειμήλια του Τιτανικού. Την έκθεση αυτή είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ.

Ο δε Δήμος Ραφήνας, επί δημαρχίας Ανδρέα Κεχαγιόγλου, αποκόμισε πολλά στοιχεία-κειμήλια από το ναυάγιο του Χειμάρρα, τα οποία εκτίθενται διαρκώς στο Μέγαρο του Δήμου στη Ραφήνα. Αξίζει να σημειώσω ότι ο πατέρας του δημάρχου, Δαμιανός Κεχαγιόγλου, ήταν από τους πολλούς Ραφηνιώτες που περισυνέλλεξαν ναυαγούς ανοιχτά της Ραφήνας, μεταξύ αυτών και τον πρώην Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, αείμνηστο Ντίνο Κοσμόπουλο, ο οποίος διετέλεσε Δήμαρχος μετά την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Υ.Γ. Τα αναφερόμενα στοιχεία και αριθμούς τα έχω κρατήσει από την επίσκεψή μου στην Έκθεση Ζαππείου του 2006.