Του Μάκη Κουλουμπή

Απ’ ό,τι φαίνεται, πολύ σύντομα πάμε για νέες βουλευτικές εκλογές. Τέλος του καλοκαιριού, αρχές φθινοπώρου; Κάπου εκεί. Αυτό λένε τα δημοσιεύματα, αυτό μαρτυρούν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού και των υπουργών του, αυτό δείχνουν και οι κινήσεις των υποψήφιων βουλευτών, που εδώ και καιρό έχουν ξεκινήσει τις… μαζώξεις τους.

Κι απ’ ό,τι δείχνουν τα πράγματα, αλλά κυρίως το εκλογικό σύστημα, το πιο πιθανό σενάριο είναι να μην καθαρίζουμε με την πρώτη και θα ξανατρέχουμε στις κάλπες χειμωνιάτικα, μέσα σε μια προεκλογική περίοδο ιδιαίτερα παρατεταμένη, με όλα όσα αρνητικά αυτό συνεπάγεται. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τις μετρήσεις και τις δηλώσεις των πολιτικών αρχηγών, δεν πρόκειται με τίποτα να προκύψει από τις πρώτες εκλογές μια σταθερή κυβέρνηση, είτε μονοκομματική είτε συνεργασίας.

Όχι πως κάτι τέτοιο πρόκειται να προκύψει σίγουρα από τις δεύτερες εκλογές, αλλά ασφαλώς ο εκλογικός νόμος που θα ισχύσει σε αυτές δίνει κάποιες πιθανότητες παραπάνω.

Ποια, όμως, θα είναι η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις που προβλέπεται να γίνουν σε διάστημα ούτε δύο μηνών; Όσο κι αν δείχνει κάπως περίεργο, η πρώτη θα γίνει με εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε το 2016, ενώ η δεύτερη με εκλογικό νόμο που ψηφίστηκε το 2020. Δύο νόμοι με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά και συστήματα κατανομής των βουλευτικών εδρών.

Στον πρώτο νόμο, τα κόμματα με ποσοστό πάνω από 3% μοιράζονται τις 300 βουλευτικές έδρες ανάλογα με τις ψήφους που παίρνουν πανελλαδικά. Στον δεύτερο, το κόμμα που βγαίνει πρώτο σε ψήφους, με σκοπό την εν δυνάμει αυτοδυναμία του, παίρνει κάποιο… μπόνους και βγάζει περισσότερες, 20 μέχρι και 50, βουλευτικές έδρες από όσες του αναλογούν. Το γιατί γίνονται και πώς λειτουργούν όλα αυτά και να τα καταλάβουν κυρίως οι 17ρηδες και οι 18άρηδες, που φέτος θα πρωτοπάνε στις κάλπες, θέλει πολλή κουβέντα. Όχι βέβαια πως τα καταλαβαίνουν και οι κάπως μεγαλύτεροι, παρότι στο παρελθόν έχουν δει πολλά τα μάτια τους.

Αν γυρίσουμε το ημερολόγιο κάποια χρόνια πίσω θα βρούμε δεκάδες εκλογικά συστήματα που έχουν ψηφιστεί από την Ελληνική Βουλή. Μερικά μάλιστα απ’ αυτά σήμερα ούτε θα μπορούσαμε να τα διανοηθούμε. Προσωπικά θυμάμαι εκλογές, πριν από αρκετές βέβαια δεκαετίες, με εκλογικό σύστημα που κυβέρνηση έκανε το δεύτερο σε ψήφους κόμμα. Και μάλιστα με αυτοδυναμία στη Βουλή. Ναι, πραγματικά όσο απίστευτο κι αν ακούγεται. Κι αυτό γιατί η επικρατούσα θεμιτή άποψη ήταν και παραμένει, το κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη Βουλή να ψηφίζει έναν… αλά καρτ εκλογικό νόμο, ανάλογα με τα μέτρα του.

Πάντα στην εκάστοτε λογική, είτε να πετύχει την αυτοδυναμία του στην επόμενη Βουλή είτε να αποτρέψει το ανερχόμενο, σύμφωνα με τα γκάλοπ, αντίπαλο κόμμα να πετύχει κάτι τέτοιο. Το μόνο που άλλαξε στις μέρες μας, αρκετά καινοτόμο θα ‘λεγα, είναι ότι κάθε νέος εκλογικός νόμος που ψηφίζεται να μην ισχύει για τις επόμενες, αλλά από τις μεθεπόμενες εκλογές. Γι’ αυτό υπάρχει και η εναλλαγή των εκλογικών συστημάτων ανάμεσα στις δύο επόμενες αναμετρήσεις που έχουμε μπροστά μας.

Κι εδώ μπαίνει ένα βασικό ερώτημα, που σίγουρα πάρα πολλοί το έχουν βάλει πολύ πριν από μένα. Γιατί ο πολιτικός μας κόσμος επιμένει να εμποδίζει την καθιέρωση ενός μόνιμου εκλογικού συστήματος, όπως ισχύει στις καλά διοικούμενες δημοκρατίες; Ένα εκλογικό σύστημα, ενταγμένο στο Σύνταγμα, που να διαμορφώνει μόνιμα το πολιτικό τοπίο κι όχι ο εκάστοτε ισχυρότερος να μπορεί να αλλάζει, όποτε θέλει, τους όρους του παιχνιδιού. Μήπως δεν υπάρχουν δοκιμασμένα παραδείγματα σε άλλες χώρες;

Αναμφίβολα, όλα τα εκλογικά συστήματα, κυρίως αυτά που εφαρμόστηκαν τα τελευταία 20 χρόνια στη χώρα μας, έχουν τα υπέρ και κατά τους, εναρμονισμένα, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο, στα χαρακτηριστικά του λαού μας. Όμως, η εκτίμησή μου είναι ότι η συνεπής διαχρονική εφαρμογή ενός σταθερού εκλογικού συστήματος πρόκειται να διαπαιδαγωγήσει, να ισορροπήσει και να επηρεάσει προς το καλύτερο την πολιτική μας κουλτούρα.

Θέλω να ελπίζω ότι στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος η θέσπιση ενός μόνιμου εκλογικού συστήματος θα είναι πολύ ψηλά στην ατζέντα. Γιατί πιστεύω ότι ήρθε η ώρα…

Προηγούμενο άρθροΜεγαλοδικηγόρος δολοφόνησε γυναίκα και γιο και πλήρωσε να τον σκοτώσουν
Επόμενο άρθροΑμπελούπολη και Προβάλινθος: Όταν βασιλεύει ο παραλογισμός