Του Μάκη Κουλουμπή

Οι πρόσφατες γνωστές υποθέσεις στην Πάτρα και στα Γλυκά Νερά με τη Ρούλα και τον Μπάμπη, ακόμα και η απαγωγή του επιχειρηματία στο Ντράφι και η ιστορία με το βιτριόλι, υποθέσεις που συγκλόνισαν για μήνες το πανελλήνιο, τόνισαν και σε μένα μια παλιά απορία που είχα παρακολουθώντας την εξέλιξη κάποιων εγκλημάτων.

Αν πραγματικά υπάρχει αυτό που πολλοί αποκαλούν «τέλειο έγκλημα». Πάντα είχα αυτή την απορία, γιατί ενώ πολλοί έμπειροι ειδικοί, εγκληματολόγοι, αξιωματικοί της Αστυνομίας, ποινικολόγοι, ιατροδικαστές, ακόμα και ψυχίατροι και αστυνομικοί συντάκτες, συμφωνούν και ισχυρίζονται ότι τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, ανατρέχοντας κανείς στο παρελθόν συναντά αρκετά εγκλήματα που έχουν μείνει τυλιγμένα στο σκοτάδι και στις αμφιβολίες.

Ο κάθε ειδικός, βέβαια, θα έλεγα ότι βγάζει τα δικά του συμπεράσματα ανάλογα με τις εμπειρίες του από τις υποθέσεις που έχει ασχοληθεί, τη λογική του κι όσα έχει διδαχθεί από τους καθηγητές του.

Ένας καθηγητής εγκληματολογίας που άκουσα το πρωί στο ραδιόφωνο υποστηρίζει από την πλευρά του ότι «ούτε μία στο εκατομμύριο δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα σε αυτή την εποχή με τόσα τεχνολογικά μέσα».

«Ο λόγος που δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα είναι ότι, ψυχολογικά και συναισθηματικά, είσαι άλλος όταν το οργανώνεις στο μυαλό σου, άλλος όταν το διαπράττεις κι άλλος όταν κατόπιν προσπαθείς να κρυφτείς», μου είπε φίλος καθηγητής ψυχιατρικής.

«Από την αρχή που ασχολήθηκα με την επιστήμη, πιστεύω ότι όταν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, κανένα έγκλημα δεν είναι τέλειο», άκουσα τον πρόεδρο των ιατροδικαστών στην τηλεόραση.

«Για μένα δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα. Πιστεύω στον τέλειο ερευνητή που θα παγιδεύσει με μαεστρία τον δολοφόνο, θα διαβάσει τα σημάδια του, όσο μπερδεμένα κι αν είναι, και θα ρίξει φως στο σκοτάδι», ανέφερε η Αγγελική Νικολούλη στο «Φως στο Τούνελ».

Βλέποντας, επίσης, στην τηλεόραση τη σειρά CSI, παίρνεις καθαρά το μήνυμα ότι ο εγκληματίας μπορεί να κρυφτεί από την αστυνομία, όχι όμως από την επιστήμη, γιατί κυρίαρχο πλέον είναι το εργαστηριακό εύρημα κι όχι η διαίσθηση ή οι ικανότητες του κάθε ερευνητή.

Κι όμως. Παρότι και οι τέσσερεις πρόσφατες εγκληματικές περιπτώσεις που προανέφερα εξιχνιάστηκαν σχετικά σύντομα, με όσα ηχηρά ακούμε και διαβάζουμε, χωρίς να θέλω να φανώ απαισιόδοξος, ας μου επιτραπεί να κρατάω τις όποιες επιφυλάξεις μου, αφού οι απορίες που είχα από παλιά, παραμένουν ακόμη. Κι αυτό γιατί έχω την αίσθηση ότι πάντα θα υπάρχουν εγκληματίες πιο έξυπνοι και πιο μεθοδικοί από τους αστυνομικούς, τους ανακριτές και τους ερευνητές που εξετάζουν μια συγκεκριμένη υπόθεση.

Και παρά την όποια εξέλιξη της τεχνολογίας και των μέσων εξιχνίασης, παρά την πρόοδο της εγκληματολογίας και την ανάπτυξη της πληροφορίας, όλα εξαρτώνται από το ποια πλευρά θα κάνει τα περισσότερα λάθη. Και δεν μιλάω μόνο για εγκλήματα κατά της ζωής, αλλά κι ένα σωρό άλλες άδικες πράξεις που αναφέρονται στο Ποινικό Δίκαιο ως εγκλήματα, όπως για παράδειγμα ληστείες, απαγωγές, εμπρησμοί, τρομοκρατικά χτυπήματα, επιθέσεις, βιασμοί, απάτες.

Θα μου απαντήσει, βέβαια, κάποιος ότι ίσως είμαι υπερβολικός και τελειομανής. Ότι πράγματι υπάρχουν εγκλήματα που ακόμη μένουν ανεξιχνίαστα ή δεν έχουν αποδοθεί σε κάποιους και, προς το παρόν, δείχνουν να είναι τέλεια. Ότι πράγματι υπάρχουν εγκλήματα που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξιχνιαστούν ή δεν μπορούν ακόμα και να εξηγηθούν, όπως για παράδειγμα συμβόλαια νύχτας με ξεκαθαρίσματα λογαριασμών ή διάφορες άλλες περίεργες επαγγελματικές υποθέσεις όπου εμπλέκονται ισχυροί επιχειρηματικοί παράγοντες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Υπάρχουν, όμως, πολλές περιπτώσεις που, αν και για χρόνια είχαν μπει στο ψυγείο, τελικά ωρίμασαν και διαλευκάνθηκαν από το πουθενά. Είτε από κάποια τυχαία πληροφορία ή τυχαία ανακάλυψη κάποιων στοιχείων είτε από κάποιο λάθος της τελευταίας στιγμής είτε ακόμα και από αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των δραστών.

Με αυτή την έννοια βέβαια, δεν θα μπορούσα να μη συμφωνήσω κι εγώ.

Προηγούμενο άρθροΝέα Μάκρη: Γιατί έχουμε διακοπές ρεύματος κάθε τρεις και λίγο…
Επόμενο άρθροΌπου φύγει, φύγει – «Βουλιάζουν» τα λιμάνια Πειραιά και Ραφήνας